Αυτόν τον Σεπτέμβριο κλείσαμε επτά χρόνια από την άρση των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων. «Τελειώσαμε με τα Μνημόνια» θα μπορούσε να πανηγυρίσει κανείς. Με αυτή την αφορμή σκεφτήκαμε να δούμε πώς χτίζεται ένα χρέος και για ποιο λόγο κανένας δεν σταματά την πορεία αυτή εγκαίρως, πριν από τη χρεοκοπία.
1974 έως 1981. Η αφετηρία
Τον Ιούλιο του 1974 η Ελλάδα βγαίνει από επτά χρόνια δικτατορίας. Το δημόσιο χρέος είναι γύρω στο 20% του ΑΕΠ, όχι επειδή η δικτατορία διοικούσε καλά αλλά επειδή το κράτος ήταν μικρό. Δεν υπήρχε καθολικό σύστημα υγείας, η ασφαλιστική κάλυψη ήταν περιορισμένη και οι μόνιμες υποχρεώσεις του προϋπολογισμού ήταν αντίστοιχα λίγες. Τις ανάγκες για ρευστότητα το Δημόσιο τις κάλυπτε με εσωτερικό δανεισμό σε δραχμές. Υπήρχε και νόμος του 1932 που απαγόρευε τον ελεύθερο δανεισμό από το εξωτερικό. Βλέπετε, χρέος σε εθνικό νόμισμα επιτρέπει τις προσαρμογές μέσω υποτίμησης. Χρέος σε ξένο νόμισμα δεν τις επιτρέπει γιατί η υποτίμηση μεγαλώνει αυτόματα το χρέος. Αυτή τη διαφορά επικαλούμαστε και στα παρακάτω.
Τίποτα δεν πήγε καλά την προηγούμενη χρονιά. Η πετρελαϊκή κρίση του 1973 έχει εκτοξεύσει το κόστος της ενέργειας, ο τουρισμός υποχώρησε με την εισβολή στην Κύπρο, οι επενδύσεις πάγωσαν και ο πληθωρισμός ξεπέρασε το 25%, δηλαδή δεκαπλάσιος από ό,τι σήμερα θεωρείται ανεκτός.
1981 έως 1993. Η κατασκευή του χρέους

Την 1η Ιανουαρίου 1981 η Ελλάδα γίνεται μέλος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, έτσι λεγόταν τότε η Ευρωπαϊκή Ένωση. Τον Οκτώβριο κερδίζει τις εκλογές ο Ανδρέας Παπανδρέου με σύνθημα «ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗΝ Ε.Ο.Κ.» αλλά η έξοδος δεν επιδιώχθηκε ποτέ.
Μέσα στην οκταετία που ακολουθεί δημιουργούνται συστήματα που υπάρχουν μέχρι σήμερα. Το Εθνικό Σύστημα Υγείας θεσπίζεται το 1983. Για την ασφαλιστική προστασία των αγροτών, δημιουργείται στον ΟΓΑ ειδικός λογαριασμός συνταξιοδότησης ανασφάλιστων υπερηλίκων. Δεν επρόκειτο για δημιουργία συστήματος από το μηδέν αλλά για επέκταση της κάλυψης σε πληθυσμό που ως τότε ήταν εκτός, με αντίστοιχη επέκταση της δαπάνης.
Τα συστήματα κοινωνικής προστασίας ήταν δίκαια και γι’ αυτό καμία επόμενη κυβέρνηση δεν τα ακούμπησε. Όμως το πρόβλημα δεν ήταν τί ακριβώς έγινε, αλλά με ποιον τρόπο πληρώθηκε.
Βλέπετε, κάθε κοινωνική παροχή δημιουργεί μια μόνιμη οικονομική υποχρέωση που τρέχει επί δεκαετίες και δεν διακόπτεται αν μια χρονιά πάει στραβά. Το αποτέλεσμα φαίνεται στα ελλείμματα της περιόδου. Από το 1981 ως το 1993 το έλλειμμα της γενικής κυβέρνησης κινήθηκε κατά μέσο όρο κοντά στο 9% με 10% του ΑΕΠ κάθε χρόνο. Δηλαδή περίπου το ένα δέκατο του εθνικού εισοδήματος δαπανιόταν κάθε χρόνο με δανεισμό αντί με φόρους. Η διαφορά δεν προήλθε από μία χρονιά ούτε από μία κυβέρνηση. Προήλθε από 12 χρονιές με τις δαπάνες να αυξάνονται πιο γρήγορα από τα έσοδα.
Το χρέος όμως έχει τόκους και οι τόκοι πληρώνονται επίσης με δανεισμό. Στη δεκαετία του 1980 η επιβάρυνση αυτή ήταν ακόμη περιορισμένη, επειδή ο πληθωρισμός κινούνταν γύρω στο 18% με 20% και τα επιτόκια καθορίζονταν διοικητικά, οπότε το ονομαστικό εισόδημα της οικονομίας μεγάλωνε συχνά ταχύτερα από το επιτόκιο δανεισμού. Ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ ανέβηκε τότε κυρίως από τα ίδια τα ελλείμματα και όχι από τους τόκους. Η αυτόματη μεγέθυνση του χρέους από τους τόκους, αυτό που στα δημοσιονομικά ονομάζεται φαινόμενο χιονοστιβάδας, κυριάρχησε μετά το 1993, όταν ο πληθωρισμός υποχώρησε και τα επιτόκια απελευθερώθηκαν. Από εκείνο το σημείο και μετά το επιτόκιο ξεπέρασε τον ρυθμό μεγέθυνσης του ονομαστικού ΑΕΠ και το χρέος αυξανόταν χωρίς καμία νέα παροχή.
Στα δώδεκα χρόνια που μεσολάβησαν από το 1981 ως το 1993, ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ ανέβηκε από περίπου 26% σε περίπου 100%.
1983. Η υποτίμηση

Υπήρχε όμως ένα εργαλείο που έδινε παράταση στο πρόβλημα. Η υποτίμηση.
Εκείνη τη Δευτέρα, 10 Ιανουαρίου 1983, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Γεράσιμος Αρσένης ανακοίνωσε ότι η δραχμή έχανε εφάπαξ το 15,5% της αξίας της, ενώ ταυτόχρονα επιβλήθηκαν περιορισμοί στις εισαγωγές. Δηλαδή δεν πειράζουμε τους μισθούς αλλά ακριβαίνουν όλα τα εισαγόμενα προϊόντα, μεταξύ των οποίων και το πετρέλαιο, οπότε ακριβαίνουν και τα ντόπια προϊόντα που το χρησιμοποιούν για να παραχθούν και να μεταφερθούν. Ταυτόχρονα τα ελληνικά προϊόντα φθηναίνουν στη Γερμανία. Αυτό ήταν το διπλό ζητούμενο της υποτίμησης: Οι Έλληνες να περιορίσουμε τις αγορές γερμανικών προϊόντων και ο Γερμανός να προτιμά το ελληνικό λάδι επειδή είναι φθηνότερο.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η εφάπαξ υποτίμηση δεν ήταν το μόνο μέσο. Η δραχμή υποχωρούσε ήδη σταδιακά από το 1974 με ελεγχόμενη διολίσθηση και συνέχισε να υποχωρεί και μετά τον Ιανουάριο του 1983. Η εφάπαξ υποτίμηση ήταν η ορατή εκδοχή μιας διαρκούς πολιτικής, όχι ένα μεμονωμένο γεγονός.
Η υποτίμηση δηλαδή είναι μείωση μισθού που δεν φαίνεται στον μισθό. Και ακριβώς επειδή δεν φαίνεται στον μισθό, δεν έγινε ποτέ αντικείμενο κινητοποίησης με αυτό το αίτημα, σε αντίθεση με κάθε μεταγενέστερη ονομαστική περικοπή.
1985. Το ίδιο μέτρο με άλλο πρόσωπο
Στις 11 Οκτωβρίου 1985, ο Ανδρέας Παπανδρέου και ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας Κώστας Σημίτης ανακοίνωσαν σταθεροποιητικό πρόγραμμα. Περιλάμβανε υποτίμηση της δραχμής κατά 15%, διετές πάγωμα των μισθών, αυξήσεις στα τιμολόγια των δημόσιων επιχειρήσεων, δανεισμό από την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα του οποίου η πρώτη δόση εκταμιεύθηκε τον Φεβρουάριο του 1986 και, το σημαντικότερο, αλλαγή του τρόπου με τον οποίο υπολογίζονταν οι αυξήσεις των μισθών. Το δάνειο αυτό αξίζει προσοχή, γιατί ήταν η πρώτη φορά μετά τη μεταπολίτευση που η χώρα δέχθηκε εξωτερική χρηματοδότηση με όρους προσαρμογής.
Η Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή, γνωστή και σαν “ΑΤΑ”, δεν ήταν παλαιός θεσμός. Είχε θεσπιστεί μόλις τρία χρόνια νωρίτερα, το 1982. Οι αποδοχές αναπροσαρμόζονταν κάθε τετράμηνο με βάση τον πληθωρισμό που είχε ήδη καταγραφεί στο προηγούμενο τετράμηνο. Το πρόγραμμα του 1985 άλλαξε δύο πράγματα από την 1η Ιανουαρίου 1986. Κατά πρώτον, η αναπροσαρμογή θα γινόταν πλέον με βάση τον προβλεπόμενο πληθωρισμό του επόμενου τετραμήνου και, δεύτερον, από την προβλεπόμενη αύξηση του δείκτη τιμών θα αφαιρούνταν η επίπτωση του εισαγόμενου πληθωρισμού.
Το δεύτερο σκέλος είναι εκείνο που εξηγεί τα πάντα.
Το πρόβλημα με την ΑΤΑ ήταν ότι προστατεύοντας τον μισθό του εργαζόμενου, ακύρωνε ταυτόχρονα κάθε ωφέλεια από την υποτίμηση της δραχμής. Η υποτίμηση απ’ τη μία ακρίβαινε τα εισαγόμενα, τα εισαγόμενα ανέβαζαν τον δείκτη τιμών, ο δείκτης ανέβαζε τους μισθούς, οι μισθοί ανέβαζαν το κόστος παραγωγής και το ελληνικό λάδι ξαναγινόταν ακριβό για τον Γερμανό.
Αφαιρώντας τον εισαγόμενο πληθωρισμό από τον δείκτη, το πρόγραμμα του 1985 εξασφάλισε ότι το κόστος της υποτίμησης θα το επωμιστεί ο μισθός και δεν θα επιστρέψει στις τιμές.
Η υποτίμηση λοιπόν από μόνη της δεν αποδίδει. Για να αποδώσει, πρέπει οι μισθοί να μείνουν πίσω από τις τιμές. Τα αποτελέσματα ήταν ανάλογα. Πανελλαδικές απεργίες, καθαίρεση του προέδρου της ΓΣΕΕ, διάσπαση της συνδικαλιστικής παράταξης του κυβερνώντος κόμματος και, τον Δεκέμβριο του 1985, διορισμός διοίκησης στη ΓΣΕΕ από την κυβέρνηση.
Το σταθεροποιητικό πρόγραμμα εγκαταλείφθηκε το 1987. Ο Σημίτης έφυγε από το υπουργείο τον Νοέμβριο και δύο χρόνια αργότερα το ΠΑΣΟΚ έχασε τις εκλογές. Η ίδια η Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή καταργήθηκε οριστικά το 1990.
Το συμπέρασμα το κράτησαν όλες οι επόμενες κυβερνήσεις, ανεξαρτήτως κόμματος. Δεν πειράζουμε μισθούς και συντάξεις.
1993 έως 2000. Η ένταξη στο ευρώ
Με χρέος κοντά στο 100% του ΑΕΠ δεν χρειάζεται πια νέος δανεισμός για να αυξηθεί το χρέος. Το αυξάνουν οι τόκοι των παλαιών δανείων. Στα μέσα της δεκαετίας του 1990 η δαπάνη τόκων απορροφούσε περίπου το ένα δέκατο του ΑΕΠ κάθε χρόνο.
Κανένα δημοσιονομικό μέτρο ρεαλιστικού μεγέθους δεν μπορούσε να αντισταθμίσει αυτή την επιβάρυνση. Συνεπώς, το σχέδιο της δεκαετίας του 1990 δεν ήταν να αποπληρωθεί το χρέος. Ήταν να μπει η χώρα στο ευρώ για να πέσουν τα επιτόκια.
Στις 16 Μαρτίου 1998 η δραχμή εντάχθηκε στον ευρωπαϊκό μηχανισμό συναλλαγματικών ισοτιμιών, με μια τελευταία στην ιστορία της υποτίμηση κατά 12,3%.
2001. Τι κερδίσαμε και τι χάσαμε

Στις 1 Ιανουαρίου 2001, με την είσοδο στο ευρώ κερδίσαμε το επιτόκιο. Το ελληνικό δημόσιο είχε φτάσει να δανείζεται με διψήφιο επιτόκιο στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Το 2005 το επιτόκιο πήγε στα 3,6%.
Χάσαμε όμως το εργαλείο της υποτίμησης. Το ευρώ είναι ευρωπαϊκό νόμισμα και για την ισοτιμία του αποφασίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, όχι η κάθε χώρα ξεχωριστά. Από την 1/1/2001 το Υπουργείο Οικονομικών δεν μπορούσε πλέον να μειώνει τους πραγματικούς μισθούς μέσω της υποτίμησης χωρίς να το αντιλαμβάνεται κανένας. Το 2001 αυτό δεν μας απασχολούσε. Αργότερα, όπως θα δούμε, μας απασχόλησε.
2002 έως 2008. Η δεκαετία που όλοι παρεξηγούν

Στη δεκαετία του ευρώ το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ έμεινε περίπου σταθερό, γύρω στο 100% ως το 2007. Δεν εκτοξεύτηκε.
Αυτό που εκτοξεύτηκε ήταν το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, δηλαδή η διαφορά ανάμεσα σε όσα αγοράζει η χώρα από το εξωτερικό και σε όσα πουλάει στο εξωτερικό. Το 2008 το έλλειμμα αυτό έφτασε περίπου στο 15% του ΑΕΠ, δηλαδή περίπου στα 36 δισ. ευρώ μέσα σε έναν χρόνο.
Η Τράπεζα της Ελλάδος κάθε μήνα δημοσίευε το έλλειμμα. Καμία κυβέρνηση και καμία αντιπολίτευση δεν ανέδειξε το ζήτημα. Είναι προφανές ότι αν το αναδείκνυε κανείς, η αντιμετώπισή του θα απαιτούσε βαρύτατες περικοπές σε μισθούς και συντάξεις. Δηλαδή ρυθμίσεις που ρίχνουν κυβερνήσεις.
Σεπτέμβριος 2008 έως Οκτώβριος 2009. Το πάγωμα
Η κατάρρευση της αμερικανικής τράπεζας Lehman Brothers πάγωσε τις διεθνείς αγορές δανεισμού. Οι τράπεζες σταμάτησαν να δανείζουν η μία την άλλη. Για μια χώρα σαν τη δική μας που χρηματοδοτούσε δύο ελλείμματα με ξένο χρήμα αυτό ήταν το χειρότερο δυνατό σενάριο.
Τον Οκτώβριο του 2009 γίνονται εκλογές και μετά από δεκαεπτά ημέρες η νέα κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου στέλνει στη Eurostat αναθεωρημένα στοιχεία για το έλλειμμα. Από τα νέα στοιχεία προκύπτει ότι το έλλειμμα του 2008 δεν ήταν 5% αλλά 7,7% του ΑΕΠ. Επίσης, η πρόβλεψη για το τρέχον έλλειμμα του 2009 αναθεωρείται από 3,7% σε 12,5%. Έναν χρόνο αργότερα το έλλειμμα του 2009 βρέθηκε πάνω από 15%. Ούτε τα αναθεωρημένα στοιχεία δεν μπόρεσαν να αποδώσουν το μέγεθος του προβλήματος.
Σε κάθε περίπτωση τα αναθεωρημένα στοιχεία δεν δημιούργησαν το έλλειμμα. Απλώς το κατέγραψαν. Τα χρήματα είχαν ξοδευτεί. Και η αναξιοπιστία των ελληνικών στοιχείων ήταν γνωστή πέντε χρόνια πριν, όταν μια προηγούμενη απογραφή είχε δείξει ότι το έλλειμμα του 1999, με βάση το οποίο κρίθηκε η ένταξή μας στο ευρώ, ήταν πάνω από το όριο του 3%. Η Eurostat διατύπωνε επιφυλάξεις σχεδόν κάθε χρόνο αλλά, όσο ο δανεισμός ήταν φθηνός, κανένας δεν έδινε σημασία σε τέτοιες λεπτομέρειες.
2010 έως 2013. Ο λογαριασμός και το Κούρεμα

Τον Απρίλιο του 2010 η απόδοση των ελληνικών δεκαετών ομολόγων ξεπέρασε το 8,5%. Το ποσοστό αυτό δεν είναι το μέσο κόστος του συνολικού χρέους. Το μεγαλύτερο μέρος του χρέους είχε ήδη εκδοθεί με τα χαμηλά επιτόκια της περιόδου 2001 έως 2009 και δεν επαναδιαπραγματεύεται. Το 8,5% είναι το κόστος του νέου δανεισμού, δηλαδή αυτό που θα πλήρωνε η χώρα για κάθε ομόλογο που έληγε και έπρεπε να αντικατασταθεί. Η πραγματική δαπάνη τόκων της γενικής κυβέρνησης το 2010 ήταν της τάξης των 13 δισ. ευρώ, περίπου 6% του ΑΕΠ. Η σημασία του 8,5% δεν ήταν πόσα χρήματα πληρώθηκαν εκείνη τη χρονιά αλλά πόσα θα έπρεπε να πληρώνουμε στο εξής. Σε αυτό το σημείο ο δανεισμός σταματά, επειδή η αναχρηματοδότηση παύει να έχει νόημα.
Στις 2 Μαΐου 2010 συμφωνήθηκαν δάνεια 110 δισ. ευρώ από τις χώρες της ευρωζώνης και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, με αντάλλαγμα πρόγραμμα περικοπών. Λίγα εικοσιτετράωρα αργότερα, τρεις εργαζόμενοι έχασαν τη ζωή τους σε τράπεζα της οδού Σταδίου που έγινε στόχος εμπρησμού.
Στις 14 Φεβρουαρίου 2012 ο κατώτατος μισθός μειώθηκε από 751 σε 586 ευρώ και για τους κάτω των 25 ετών σε 511 ευρώ.
Εδώ κλείνει ο κύκλος που άνοιξε το 1983. Η ίδια ακριβώς προσαρμογή που τότε έγινε με μια υπογραφή, τώρα έπρεπε να γίνει με νόμο που ψηφίζουν βουλευτές με ονοματεπώνυμο και να δει ο κάθε εργαζόμενος ότι το διαθέσιμο εισόδημά του να μειώνεται.
Μετά από ένα μήνα, τον Μάρτιο του 2012, έγινε η μεγαλύτερη αναδιάρθρωση κρατικού χρέους στην ιστορία. Όποιος κρατούσε ελληνικά ομόλογα αναγκάστηκε να τα ανταλλάξει με νέα μικρότερης αξίας. Ένας συνταξιούχος με 100.000 ευρώ πήρε νέα ομόλογα ονομαστικής αξίας 46.500, με χαμηλότερο τόκο και λήξη μέχρι το 2042. Αν συνυπολογιστούν επιτόκια και επιμήκυνση, η πραγματική απώλεια ήταν περίπου 75%.
Αυτό το κούρεμα το πλήρωσαν κυρίως ελληνικές τράπεζες, ασφαλιστικά ταμεία, νοσοκομεία, πανεπιστήμια και δεκάδες χιλιάδες Έλληνες καθώς οι ξένοι είχαν προλάβει στο μεταξύ να ξεφορτωθούν μεγάλο μέρος των ελληνικών ομολόγων που κρατούσαν στα χέρια τους.
Τρία χρόνια αργότερα, το 2013, το ίδιο το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αναγνώρισε δημοσίως ότι το πρόγραμμα του 2010 είχε στηριχθεί σε λανθασμένη τιμή του δημοσιονομικού πολλαπλασιαστή, δηλαδή του μεγέθους που δείχνει πόσο εισόδημα χάνει η οικονομία για κάθε ευρώ που κόβει το κράτος. Είχαν υποθέσει ότι είναι περίπου 0,5. Ήταν σημαντικά μεγαλύτερος. Με λανθασμένο πολλαπλασιαστή, κάθε περικοπή μείωνε το ΑΕΠ περισσότερο απ’ ό,τι μείωνε το έλλειμμα. Το παραδέχτηκαν.
Η ανεργία, που το 2008 ήταν κάτω από 8%, έφτασε περίπου το 28% τον Ιούλιο του 2013. Από περίπου 360.000 ανέργους πήγαμε σε περίπου 1.350.000. Στους νέους ξεπέρασε το 58%.
Στη Μεγάλη Ύφεση των ΗΠΑ το χειρότερο έτος ήταν το 1933 με ανεργία περίπου 25%. Η ελληνική ανεργία από την κορύφωση του 2013 χρειάστηκε πέντε χρόνια για να πέσει κάτω από 20%.
2015. Τα 60 ευρώ στο ΑΤΜ

Τον Ιανουάριο του 2015 άλλαξε κυβέρνηση και η διαπραγμάτευση με τους δανειστές κράτησε πέντε μήνες. Στις 28 Ιουνίου επιβλήθηκαν περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων, οι τράπεζες έκλεισαν και το ημερήσιο όριο ανάληψης ορίστηκε στα 60 ευρώ.
Στις 5 Ιουλίου έγινε δημοψήφισμα και το 61,3% απέρριψε την πρόταση των δανειστών.
Στις 14 Αυγούστου η Βουλή κύρωσε τρίτο πρόγραμμα, 86 δισ. ευρώ, με όρους πολύ αυστηρότερους από εκείνους που είχαν απορριφθεί με δημοψήφισμα λίγες εβδομάδες νωρίτερα.
2018 έως 2019. Η έξοδος
Στις 20 Αυγούστου 2018 ολοκληρώθηκε το τρίτο πρόγραμμα. Δύο μήνες νωρίτερα οι δανειστές είχαν συμφωνήσει σε επιμήκυνση των περιόδων αποπληρωμής και σε αναβολή τόκων. Δεν επρόκειτο για διαγραφή αλλά για μετάθεση.
Τον Σεπτέμβριο του 2019 άρθηκαν πλήρως οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων, τέσσερα χρόνια και δύο μήνες μετά την επιβολή τους. Η ανεργία εκείνη τη χρονιά ήταν περίπου 17% και ο κατώτατος μισθός 650 ευρώ.
2020 έως σήμερα

Το 2020 ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ έφτασε στο 207,0%, το υψηλότερο που καταγράφηκε ποτέ. Αξίζει να δούμε από πού προήλθε αυτή η αύξηση χρέους γιατί αποδίδεται σχεδόν αποκλειστικά στην ύφεση που έφερε ο Covid. Από τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ το χρέος ανέβηκε από 331 εκ. ευρώ το 2019 σε 342 εκ. την επόμενη χρονιά, ενώ ο λόγος ανέβηκε από 180% σε 207%. Το ΑΕΠ υποχώρησε από περίπου 183 δισ. σε περίπου 165 δισ. Αν το χρέος είχε μείνει σταθερό, ο λόγος θα είχε φτάσει στο 200,7%. Δηλαδή η πτώση του ΑΕΠ εξηγεί περίπου 20 μονάδες από τις 26,4 της συνολικής αύξησης. Οι υπόλοιπες 6 μονάδες προέρχονται από νέο δανεισμό, αφού το έλλειμμα του 2020 ήταν 16.048 εκατ. ευρώ ή 9,7% του ΑΕΠ. Άρα δεν ήταν μόνο θέμα αριθμητή παρονομαστή το φαινόμενο. Ήταν πραγματική αύξηση του χρέους.
Η διαφορά με το 2010 ήταν ότι αυτή τη φορά η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αγόραζε ελληνικά ομόλογα και τα επιτόκια έμειναν χαμηλά. Γιατί να μας κάνει ένα τέτοιο χατήρι η ΕΚΤ; Ο λόγος είναι ότι το επιτόκιο δεν μετράει μόνο την ικανότητα του οφειλέτη να πληρώσει. Μετράει και την πιθανότητα να μείνει χωρίς αγοραστές όταν θελήσει να εκδώσει νέα ομόλογα για να ξεπληρώσει τα παλιά, κάτι που το 2010 ήταν πραγματική σαν πιθανότητα. Το 2020 όμως δεν ήταν, γιατί η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ήταν διαρκώς παρούσα σαν αγοραστής.
Το 2021 ξεκίνησε το Ταμείο Ανάκαμψης. Είναι ευρωπαϊκά κονδύλια που δόθηκαν εν μέρει σαν επιδοτήσεις και εν μέρει ως δάνεια. Το 2022, με τον πόλεμο στην Ουκρανία, ήρθε η ενεργειακή κρίση και ο πληθωρισμός ανέβηκε σε διψήφια επίπεδα για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες. Τον Αύγουστο του 2022 έληξε η ενισχυμένη εποπτεία, δηλαδή το καθεστώς αυξημένου ελέγχου που ίσχυε μετά τα μνημόνια.
Το 2023 η Ελλάδα ανέκτησε την επενδυτική βαθμίδα, δηλαδή οι οίκοι αξιολόγησης έπαψαν να κατατάσσουν τα ελληνικά ομόλογα στην κατηγορία υψηλού κινδύνου. Αυτό έχει πρακτική σημασία, γιατί πολλά ασφαλιστικά ταμεία και τράπεζες απαγορεύεται από τους κανονισμούς τους να αγοράζουν ομόλογα κάτω από αυτή τη βαθμίδα. Σε κάθε περίπτωση, στο τέλος του 2025 ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ ήταν 146%, ο υψηλότερος στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Πέντε συμπεράσματα…
Πρώτο. Το χρέος δεν το έφτιαξε το ευρώ. Χτίστηκε ανάμεσα στο 1981 και στο 1993, με δραχμή, από μόνιμες υποχρεώσεις που πληρώθηκαν με δανεισμό αντί με φόρους.
Δεύτερο. Το 2009 δεν αποκαλύφθηκε η αναξιοπιστία των ελληνικών στοιχείων. Αυτή ήταν επίσημη και δημοσιευμένη από το 2004. Αποκαλύφθηκε το μέγεθός της, δηλαδή ότι η απόκλιση δεν ήταν μερικές δεκάδες εκατοστιαίων μονάδων αλλά τριπλασιασμός του δηλωμένου ελλείμματος μέσα σε έναν μήνα.
Τρίτο. Η δεκαετία του ευρώ δεν ήταν δεκαετία νέου δημόσιου δανεισμού. Το δημόσιο χρέος έμεινε σταθερό ως ποσοστό του ΑΕΠ. Αυτό που εκτοξεύτηκε ήταν η απόσταση ανάμεσα σε όσα κατανάλωνε η χώρα και σε όσα παρήγαγε.
Τέταρτο. Το πρόγραμμα του 2010 στηρίχθηκε σε λάθος υπολογισμό, τον οποίο ο ίδιος ο δανειστής διόρθωσε δημοσίως το 2013, όταν είχε ήδη χαθεί το ένα τέταρτο του εθνικού εισοδήματος.
Πέμπτο, και το σημαντικότερο. Σε κάθε στάδιο, από το 1981 ως το 2012, τα δεδομένα υπήρχαν και ήταν διαθέσιμα. Οι επιφυλάξεις της Eurostat δημοσιεύονταν. Τα στοιχεία του ισοζυγίου βγαίνουν μηνιαία εδώ και δεκαετίες. Αυτό που έλειπε ήταν ένας λόγος να τα πάρει κανείς στα σοβαρά, γιατί η προειδοποίηση δεν στοίχιζε σε κανέναν ενώ η διόρθωση στοίχιζε αμέσως και σε συγκεκριμένους ανθρώπους.
Και ένας κανόνας
Όταν ανακοινώνεται ένα μέτρο που δεσμεύει τον προϋπολογισμό για σαράντα χρόνια όλοι χαίρονται και χειροκροτούν, αλλά συνήθως δεν συνοδεύεται από τον προϋπολογισμό των σαράντα ετών. Συνοδεύεται από τον προϋπολογισμό της επόμενης χρονιάς. Αυτό δεν είναι αδυναμία μέτρησης. Είναι επιλογή του χρονικού ορίζοντα που δημοσιεύεται και είναι παραπλανητική. Ανάμεσα στο κόστος του πρώτου έτους και στο συνολικό κόστος υπάρχει ένα ποσό που δεν το βλέπει ποτέ κανείς. Αυτό το ποσό το πληρώνει πάντα άλλη γενιά από εκείνη που αποφασίζει.
Τον λογαριασμό δεν τον πλήρωσαν όσοι θέσπισαν τις υποχρεώσεις. Τον πλήρωσαν όσοι το 2010 ήταν 25 ετών και βρήκαν μέσα στην επόμενη τριετία ανεργία που στην ηλικιακή τους ομάδα ξεπέρασε το 58%, κατώτατο μισθό 511 ευρώ και τη μετανάστευση ως τη μόνη διαθέσιμη επιλογή.
Άλλη φορά πριν χειροκροτήσουμε μια παροχή, ας αναζητήσουμε (α) την έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους που συνοδεύει υποχρεωτικά κάθε διάταξη με δημοσιονομικό κόστος, (β) την ανάλυση συνεπειών ρύθμισης που κατατίθεται μαζί με κάθε σχέδιο νόμου και (γ) τις μακροχρόνιες προβολές της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής που ενσωματώνονται στην έκθεση Ageing Report της ΕΕ και δείχνουν τη συνταξιοδοτική δαπάνη ως ποσοστό του ΑΕΠ μέχρι το 2070. Και τα τρία είναι δημόσια και δωρεάν. Διαβάζοντάς τα μαθαίνουμε πόσο θα στοιχίσει η παροχή του χρόνου, σε πέντε χρόνια και σε σαράντα χρόνια. Δηλαδή ποιος θα πληρώσει τη νύφη; Εμείς, τα παιδιά μας ή τα εγγόνια μας.