ΘΑ ΠΕΤΥΧΕΙ ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΑΠΟΛΥΤΗΡΙΟ;

Ι

Τον Φεβρουάριο του 2026 ξεκίνησε ο εθνικός διάλογος για το Εθνικό Απολυτήριο. Οι στόχοι που ανακοινώθηκαν περιγράφουν ένα απολυτήριο αξιόπιστο και διεθνώς αναγνωρίσιμο και ένα Λύκειο απαλλαγμένο από την εξεταστική εμμονή.

Οι ίδιοι στόχοι ανακοινώθηκαν και το 1997. Ανακοινώθηκαν ξανά το 2013. Και το 2019. Μετράω στα γρήγορα τρεις μεταρρυθμίσεις των τελευταίων 30 ετών που παρουσιάστηκαν σαν τρανταχτές και που, δυστυχώς για όλους, δεν πέτυχαν αυτό που υπόσχονταν. Αυτό δεν σημαίνει ότι υπήρξε κακή πίστη. Σημαίνει ότι η αιτία του προβλήματος μπορεί και να μη βρίσκεται εκεί που την ψάχνει η εκπαιδευτική διοίκηση. Ίσως να βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο η ίδια η εκπαιδευτική διοίκηση είναι καμωμένη.

Μια κυβέρνηση έχει διάρκεια 4 χρόνια, συνήθως λιγότερα και σπανίως παίρνει παράταση 4ετίας. Ένας μαθητής μένει στο Λύκειο 3 χρόνια. Μια εκπαιδευτική αλλαγή απαιτεί συνήθως 8 έως 10 χρόνια να εφαρμοστεί και να δώσει αποτελέσματα που να μπορούμε να μετρήσουμε. Όμως ορισμένες παράμετροι του συστήματος, ειδικά περί το θέμα των εξετάσεων, αναδεικνύουν τις επιπτώσεις τους μετά από χρόνια. Κανένα σύστημα δεν προλαβαίνει να κριθεί σε τόσο σύντομο διάστημα.

Δηλαδή, ο χρόνος της πολιτικής ευθύνης είναι πάντοτε μικρότερος από τον χρόνο της επαλήθευσης.

Μια μεταρρύθμιση στην παιδεία σπάνια κρίνεται από τα αποτελέσματά της. Κρίνεται όμως πάντα κατά την εξαγγελία της. Εκεί επικεντρώνεται πάντα ο διάλογος. Και εδώ είναι το κρίσιμο.

Αν η κρίση μιας μεταρρύθμισης συμβαίνει κατά την εξαγγελία της, τότε καμία νέα ηγεσία δεν έχει λόγο να ολοκληρώσει την μεταρρύθμιση της προηγούμενης. Αντίθετα, έχει κάθε λόγο να την αντικαταστήσει με μια νέα, δική της.

Αυτή είναι η βασική πηγή της συμπεριφοράς που εξετάζουμε.

Η εκπαιδευτική διοίκηση αναπαράγεται ανανεώνοντας διαρκώς τις υποσχέσεις της, επειδή δεν διαθέτει κανένα άλλο κριτήριο επιβίωσης.

ΙΙ

Το 1997 ο νόμος Αρσένη εισήγαγε το Ενιαίο Λύκειο με τη διακηρυγμένη πρόθεση να σταματήσει το Λύκειο να λειτουργεί σαν προθάλαμος εξετάσεων. Τη χρονιά 1999-2000, σύμφωνα με υπολογισμούς της ΟΛΜΕ και συναφείς καταγραφές της εποχής, το ποσοστό των μαθητών της Β΄ Λυκείου που δεν προήχθη τον Ιούνιο κινήθηκε στην περιοχή του 12%. Οι παραπομπές σε επανεξέταση ήταν πολλαπλάσιες των προηγούμενων ετών. Για τη μη απόλυση της Γ΄ Λυκείου κυκλοφόρησαν συνδικαλιστικές εκτιμήσεις της τάξης του 5%.

Αξιοποίησα εργαλεία Ai αλλά δεν εντόπισα επίσημη δημοσίευση του Υπουργείου που να κλειδώνει αυτούς τους αριθμούς. Η κατεύθυνση όμως είναι σαφής. Το νέο καθεστώς πολλαπλασίασε την εξεταστική αποτυχία πριν προλάβει να σταθεροποιηθεί.

Πέντε έτη αργότερα το ίδιο σύστημα άρχισε να αποδομείται. Το 2013 εισάγεται η Τράπεζα Θεμάτων με επιχειρηματολογία αξιοπιστίας και ομοιομορφίας θεμάτων, που συνοδευόταν από τη γνώριμη υπόσχεση να πάψει το Λύκειο να λειτουργεί ως προθάλαμος. Η τράπεζα καταργήθηκε σαν υποχρεωτική το 2015 αλλά επανήλθε με τον νόμο 4692 του 2020 και εφαρμόστηκε ουσιαστικά από το 2021-2022, μετά την αναστολή λόγω της πανδημίας. Εν τω μεταξύ, το 2019 ανακοινώθηκε νέο σύστημα πρόσβασης στα ΑΕΙ, το οποίο τροποποιήθηκε τουλάχιστον δύο φορές, με τον νόμο 4692 του 2020 και με τον νόμο 4777 του 2021 που εισήγαγε την Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής, πριν προλάβει να αποδώσει την πρώτη σειρά εισακτέων υπό σταθερούς κανόνες. Με δυο λόγια, ένας μαθητής που εγγράφηκε στην Α΄ Λυκείου το 2019 αποφοίτησε υπό το τρίτο κατά σειρά εκπαιδευτικό καθεστώς.

Προσοχή όμως.

α) Σε καμία απ’ αυτές τις περιπτώσεις δεν υπήρξε δημοσιευμένη επίσημη αποτίμηση της προηγούμενης μεταρρύθμισης, με προκαθορισμένους δείκτες και ρήτρα επιτυχίας ή αποτυχίας, πριν από την εξαγγελία της επόμενης. Κοινοβουλευτικές συζητήσεις, ανακοινώσεις της ΟΛΜΕ και ετήσιες εκθέσεις υπήρξαν. Δεσμευτική μέτρηση του αποτελέσματος πριν από την αντικατάσταση του κανόνα, δεν υπήρξε.

β) Η διαδοχή δεν έγινε κυρίως επειδή αποδείχθηκε, με συμφωνημένο δείκτη, ότι το προηγούμενο απέτυχε. Έγινε όταν άλλαξε η ηγεσία. Η κατάργηση της Τράπεζας Θεμάτων το 2015 συνέπεσε και με αλλαγή κυβέρνησης και με υψηλά ποσοστά αποτυχίας. Και τα δύο συνέβησαν. Αρκεί ωστόσο η αλλαγή ηγεσίας για να διακοπεί μια μεταρρύθμιση ακόμη και χωρίς αποτίμηση.

Και οι τρεις μεταρρυθμίσεις μίλησαν για Λύκειο που δεν θα είναι προθάλαμος εξετάσεων. Η ρητή πολιτική στόχευση μείωσης της παραπαιδείας ήταν σαφέστερη το 1997. Το 2013 το δημόσιο βάρος έπεσε στην αξιοπιστία και την ομοιομορφία. Το 2019 έπεσε στην αρχιτεκτονική της πρόσβασης.

Η κοινή ρητορική υπάρχει.

Η κοινή, αριθμητική δέσμευση μείωσης της ιδιωτικής δαπάνης δεν τέθηκε εξίσου και στις τρεις περιπτώσεις. Όμως το μέγεθος αυτό το μετράει η ΕΛΣΤΑΤ στην Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών και το ΚΑΝΕΠ της ΓΣΕΕ το επεξεργάζεται.

Σύμφωνα με δημοσίευση του 2025 από το ΚΑΝΕΠ η δαπάνη για οργανωμένα φροντιστήρια γενικής εκπαίδευσης ανήλθε το 2023 σε 614 εκατ. ευρώ, με αύξηση περίπου 36% σε σταθερές τιμές σε διάστημα δύο ετών και με το 94,6% να αφορά τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, δηλαδή περίπου 581 εκατ. ευρώ. Τα ιδιαίτερα μαθήματα προσθέτουν αρκετές εκατοντάδες εκατομμύρια ακόμη. Η ίδια σειρά δείχνει πτωτική πορεία από το 2013 έως το 2020 και απότομη άνοδο τη διετία 2021-2023. Στην άνοδο αυτή συνυπάρχουν η ανάκαμψη μετά την πανδημία, ο πληθωρισμός υπηρεσιών, η επιστροφή δια ζώσης εξετάσεων, η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής και η επανενεργοποίηση της Τράπεζας Θεμάτων.

Δεν απομονώνεται μία αιτία.

Θα πει κανείς, μα και το Υπουργείο μετράει. Και έτσι είναι. Η Αρχή Διασφάλισης της Ποιότητας στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση εκδίδει ετήσιες εκθέσεις, από τα σχολικά εγχειρίδια ως τον λειτουργικό αναλφαβητισμό. Το myschool καταγράφει κάθε μαθητή. Οι επιδόσεις των πανελλαδικών δημοσιεύονται κάθε Ιούλιο. Δεδομένα υπάρχουν άφθονα.

Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν μετράμε. Είναι τι διαλέγουμε να μετρήσουμε.

Δεν έχω εντοπίσει καμία δημοσιευμένη μέτρηση της φροντιστηριακής δαπάνης πριν και μετά από καθεμιά από τις τρεις μεταρρυθμίσεις που να είχε τεθεί εκ των προτέρων ως κριτήριο επιτυχίας, παρότι αυτό ακριβώς υπόσχεται στον δημόσιο λόγο κάθε προσπάθεια να περιοριστεί ο προθάλαμος των εξετάσεων. Το μέγεθος ουδέποτε τέθηκε ως επίσημος στόχος και ουδέποτε ελέγχθηκε ως αποτέλεσμα. Δεν πρόκειται για έλλειψη στοιχείων.

Πρόκειται λοιπόν για επιλογή δεικτών.

ΙΙΙ

Το Εθνικό Απολυτήριο, ανεξάρτητα από τις προθέσεις των σχεδιαστών του, εμπεριέχει μεγάλο κίνδυνο να ακολουθήσει την τροχιά των προηγούμενων μεταρρυθμίσεων. Υπάρχει ωστόσο ένα στοιχείο το οποίο καθιστά την παρούσα συγκυρία πιο επικίνδυνη από τις προηγούμενες.

Οι τρεις προηγούμενες μεταρρυθμίσεις τροποποίησαν τους κανόνες μέσα στα υφιστάμενα όρια του διακυβεύματος. Η παρούσα συζητά την επέκταση του διακυβεύματος σε νεότερες ηλικίες. Η Α΄ Λυκείου έχει ήδη προαγωγικές εξετάσεις και Τράπεζα Θεμάτων. Η ποιοτική διαφορά δεν είναι αν εμφανίζεται μέτρηση για πρώτη φορά. Είναι αν ο βαθμός της Α΄ μπει στον τελικό τίτλο που ανοίγει την τριτοβάθμια. Εάν προσμετρηθεί, το διάστημα κατά το οποίο ένας έφηβος βρίσκεται υπό αξιολόγηση με συνέπειες για το μέλλον του επιμηκύνεται προς τα κάτω κατά δύο έτη.

Η οικονομική συνέπεια είναι υπολογίσιμη ως σενάριο, όχι ως μέσος όρος. Οικογένεια η οποία σήμερα δαπανά 300 ευρώ μηνιαίως επί εννέα μήνες στη Γ΄ και 150 στη Β΄, δηλαδή 4.050 ευρώ συνολικά, θα δαπανήσει 5.850 ευρώ εφόσον η προετοιμασία αρχίσει από την Α΄ με κόστος της τάξης των 200 ευρώ μηνιαίως, ήτοι 1.800 ευρώ περισσότερα ανά παιδί. Το ΚΑΝΕΠ δίνει μέση μηνιαία οικογενειακή δαπάνη για φροντιστήρια περί τα 180 ευρώ και στη δευτεροβάθμια κοντά στα 197 ευρώ. Τα 300 ευρώ στη Γ΄ είναι εύλογα για εντατική προετοιμασία, όχι για τον μέσο όρο. Το κρίσιμο άλμα είναι συμπεριφορικό. Υποθέτουμε ότι η προσμέτρηση της Α΄ μεταφέρει σχεδόν ακέραια την ιδιωτική προετοιμασία έναν χρόνο νωρίτερα. Αυτό είναι εύλογο. Δεν είναι μετρημένο. Μπορεί να συμβεί μερική μετατόπιση, υποκατάσταση ιδιαίτερων ή επέκταση κέντρων μελέτης, χωρίς το πλήρες ποσό.

Η ψυχολογική συνέπεια δεν είναι υπολογίσιμη αλλά είναι προβλέψιμη. Επιμηκύνοντας την περίοδο κατά την οποία ο βαθμός μετράει για το μέλλον, στενεύουμε την περίοδο της δοκιμής, δηλαδή τα έτη κατά τα οποία ένας νέος άνθρωπος επιτρέπεται ακόμη να αποτύχει χωρίς κόστος στον τίτλο που τον ακολουθεί.

Το ζήτημα αυτό δεν έχει κριθεί. Από την έναρξη του διαλόγου έως τον Σεπτέμβριο του 2026 η ηγεσία του Υπουργείου επαναλαμβάνει ότι εξετάζεται εάν θα προσμετράται η Α΄ Λυκείου και την περιγράφει ως τάξη προσαρμογής. Το αρχικό χρονοδιάγραμμα προέβλεπε τελική έκθεση τον Οκτώβριο. Υπήρξαν δημόσιες αναφορές και σε παράδοση πρότασης τον Νοέμβριο.

Γράφω επομένως όσο η απόφαση παραμένει ανοιχτή, γνωρίζοντας ότι μετά την τελική έκθεση θα σχολιάζω τετελεσμένα.

IV

Ως εδώ μίλησα με αριθμούς. Υπάρχει όμως και ένα κείμενο που δεσμεύει κάθε κυβέρνηση ανεξαρτήτως θητείας. Είναι εκείνο που θα έπρεπε να δίνει τους δείκτες.

Το άρθρο 16 παρ. 2 του Συντάγματος ορίζει ότι «η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του Κράτους» και θέτει ως σκοπό, μεταξύ άλλων, τη διάπλαση των Ελλήνων «σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες». Δεν λέει σε επιτυχόντες. Ένα σύστημα που κρίνει το παιδί από τα 15 του και κάθε χρόνο, με συνέπειες που το ακολουθούν, μπορεί να παράγει καλούς εξεταζόμενους. Το αν παράγει και υπεύθυνους πολίτες είναι ερώτημα που κανείς ποτέ δεν έθεσε με τρόπο μετρήσιμο.

Το άρθρο 16 παρ. 4 ορίζει ότι όλοι οι Έλληνες έχουν δικαίωμα δωρεάν παιδείας σε όλες τις βαθμίδες, στα κρατικά εκπαιδευτήρια. Τυπικά η διάταξη τηρείται. Κανένα δημόσιο Λύκειο δεν εισπράττει δίδακτρα. Το ερώτημα είναι διαφορετικό και το θέτω ως ερώτημα, όχι ως συμπέρασμα. Όταν η πρόσβαση στην επόμενη βαθμίδα προϋποθέτει στην πράξη ιδιωτική δαπάνη 581 εκατ. ευρώ τον χρόνο μόνο για οργανωμένα φροντιστήρια, τι ακριβώς παραμένει δωρεάν πέρα από τον τύπο.

Η ίδια παράγραφος συνεχίζει με κάτι που σπάνια συζητιέται. Το Κράτος «ενισχύει τους σπουδαστές που διακρίνονται, καθώς και αυτούς που έχουν ανάγκη από βοήθεια ή ειδική προστασία, ανάλογα με τις ικανότητές τους». Εδώ δεν έχουμε γενική διακήρυξη. Έχουμε συγκεκριμένη υποχρέωση ενίσχυσης. Η ενισχυτική διδασκαλία μέσα στο δημόσιο Λύκειο δεν είναι παροχή καλής θέλησης. Είναι η εφαρμογή αυτής της πρότασης.

Προσθέτω και το άρθρο 4 παρ. 1, την ισότητα ενώπιον του νόμου. Όταν δύο παιδιά με ίδιες ικανότητες καταλήγουν σε διαφορετική σχολή επειδή το ένα σπίτι άντεξε 5.850 ευρώ και το άλλο όχι, η ανισότητα δεν προκύπτει από τον νόμο. Προκύπτει από την αδράνεια της εφαρμογής του.

Δεν ισχυρίζομαι ότι υπάρχει αντισυνταγματικότητα, δεν είμαι σε θέση να το κρίνω. Ισχυρίζομαι όμως κάτι απλούστερο. Το Σύνταγμα έχει ήδη ορίσει τι οφείλει να πετύχει το εκπαιδευτικό σύστημα. Κανένα από αυτά δεν έχει μεταφραστεί ποτέ σε μετρήσιμο δείκτη.

V

Η ενδεδειγμένη στάση απέναντι σε μια τέτοια κατάσταση δεν είναι η αντίθεση στη συγκεκριμένη μεταρρύθμιση. Είναι η επιμονή για ανάληψη δεσμεύσεων που επιβιώνουν των υπουργικών θητειών.

Οι δεσμεύσεις αυτές πρέπει να είναι αριθμητικές και μόλις δύο αρκούν.

α) Πρώτον, να καταγραφεί στην τελική έκθεση συγκεκριμένος στόχος μείωσης της ιδιωτικής εκπαιδευτικής δαπάνης των νοικοκυριών για φροντιστήρια και ιδιαίτερα, μετρούμενος από την Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΛΣΤΑΤ με την ίδια επεξεργασία που ήδη κάνει το ΚΑΝΕΠ, σε σταθερές τιμές, με ρητή πρόβλεψη ότι το σύστημα θεωρείται αποτυχημένο εάν ο δείκτης αυξηθεί τρία έτη μετά την εφαρμογή. Ο δείκτης αυτός δεν είναι πολιτική επιλογή. Είναι η αριθμητική έκφραση του άρθρου 16 παρ. 4.

β) Δεύτερον και κυριότερο. Η στελέχωση των σχολικών μονάδων με διοικητικό προσωπικό να προηγηθεί οποιουδήποτε νέου συστήματος. Μια μονάδα στην οποία ο διευθυντής διαχειρίζεται μερικές εκατοντάδες μαθητών και μερικές δεκάδες εκπαιδευτικούς χωρίς ουσιαστική διοικητική υποστήριξη δεν είναι σε θέση να απορροφήσει καμία μεταρρύθμιση. Όσο καλογραμμένη και να είναι.

Η διοικητική αδυναμία εξηγεί την κακή εφαρμογή. Δεν εξαντλεί την αιτία της παραπαιδείας, που παραμένει το ύψος του διακυβεύματος σε συνθήκες άνισης σχολικής επάρκειας.

Η δεύτερη αυτή δέσμευση έχει και θετική διάσταση την οποία κανείς δεν έχει υπολογίσει. Εάν το δημόσιο σχολείο απορροφούσε το ένα τρίτο της φροντιστηριακής δαπάνης της δευτεροβάθμιας, δηλαδή περίπου το ένα τρίτο των 581 εκατ. ευρώ, θα παρέμεναν στα νοικοκυριά περίπου 190 εκατ. ευρώ ετησίως. Ουδέποτε έγινε η σύγκριση μεταξύ του κόστους της ώρας ενισχυτικής διδασκαλίας για το δημόσιο και της αντίστοιχης εξοικονόμησης για την οικογένεια. Αυτή η σύγκριση είναι μία μελέτη λίγων μηνών και δεν έχει γίνει ποτέ.

VI

Θα πετύχει το Εθνικό Απολυτήριο;

Για να απαντήσουμε, πρέπει να συμφωνήσουμε από πριν πώς θα μετρήσουμε αυτή την επιτυχία.

Δεν θα την δώσει η διεθνής αναγνωρισιμότητα του τίτλου, διότι απλούστατα το μέσο ελληνικό νοικοκυριό δεν δαπανά σήμερα ούτε ένα ευρώ για να αποκτήσει διεθνή αναγνωρισιμότητα το απολυτήριο της κόρης του.

Υπάρχει ζήτηση αναγνώρισης για σπουδές εξωτερικού και για επαγγελματική κινητικότητα. Δεν είναι αυτό που κινεί τη δαπάνη των 614 εκατ. ευρώ. Δεν θα την δώσει ούτε η αξιοπιστία της βαθμολογίας η οποία, εδώ που τα λέμε, δεν είναι αποτέλεσμα παρά προϋπόθεση. Ένα σύστημα μπορεί να είναι απολύτως αξιόπιστο και ταυτόχρονα να κοστίζει 1.800 ευρώ περισσότερα ανά παιδί. Τότε απλώς θα έχει αποτύχει ως προς το νοικοκυριό.

Δύο μεγέθη κρίνουν την υπόθεση.

Η ιδιωτική δαπάνη ανά μαθητή και η ηλικία στην οποία αρχίζει να μετράει ο βαθμός για τον τίτλο. Και τα δύο είναι μετρήσιμα. Και τα δύο αντιστοιχούν σε ρητές συνταγματικές επιταγές. Κανένα από τα δύο δεν βρίσκεται σήμερα στους δηλωμένους στόχους της μεταρρύθμισης.

Εάν η τελική έκθεση του φθινοπώρου του 2026 δεν περιέχει αριθμό, έτος βάσης και ημερομηνία μέτρησης της ιδιωτικής δαπάνης σε σταθερές τιμές, το Εθνικό Απολυτήριο θα εξαγγελθεί το 2027, θα εφαρμοστεί μερικώς ως το 2029, θα τροποποιηθεί πριν αποφοιτήσει η πρώτη σειρά που θα το έχει υποστεί ολόκληρο. Η δε φροντιστηριακή δαπάνη των οργανωμένων φροντιστηρίων, στην ίδια σειρά ΕΛΣΤΑΤ και ΚΑΝΕΠ και σε σταθερές τιμές έτους 2023, θα είναι το 2030 υψηλότερη από τα 614 εκατ. ευρώ του 2023.

Μακάρι να διαψευστώ.

Η ευθύνη δεν ανήκει σε πρόσωπα. Η δομή ανταμείβει την εξαγγελία και δεν τιμωρεί ποτέ το αποτέλεσμα. Οποιοσδήποτε τοποθετημένος σε αυτές τις θέσεις θα συμπεριφερόταν κατά τον ίδιο τρόπο. Ακριβώς γι’ αυτό η αλλαγή δεν θα προέλθει από καλύτερες προθέσεις. Θα προέλθει από τη στιγμή κατά την οποία η αποτυχία θα γίνει ορατή με αριθμό, επομένως πολιτικά δαπανηρή.

Επί τριάντα έτη το ελληνικό κράτος μέτρησε με βαθμούς τα παιδιά με τεράστια ακρίβεια σε προαγωγικές, σε απολυτήριες, σε πανελλαδικές, με τράπεζες θεμάτων και με ελάχιστες βάσεις και δε συμμαζεύεται.

Μετρήσεις του συστήματος υπάρχουν. Αυτό που δεν υπάρχει είναι δέσμευση του ίδιου του κράτους σε δείκτη κόστους νοικοκυριού, με ρήτρα αποτυχίας που να επιβιώνει της υπουργικής θητείας. Ποτέ δεν μέτρησε έτσι τον εαυτό του.

Αυτό είναι το μόνο πράγμα που η παρούσα μεταρρύθμιση έχει την ευκαιρία να αλλάξει.

Για να δούμε.

For the Prince
Σεπτέμβριος 2026

Previous Story

ΤΟ ΚΟΣΤΟΣ ΚΑΤΟΙΚΗΣΗΣ ΚΛΕΙΝΕΙ ΣΠΙΤΙΑ