Πανελλήνιες – Το πανεπιστήμιο που για 87 χρόνια δεν είχε εξετάσεις

, ,

Σε δυο εβδομάδες θα μπεις σε μια αίθουσα και θα παίξεις τα επόμενα τριάντα σου χρόνια σε τρεις ώρες γραπτού. Έτσι σου το πούλησαν. Πέρασες ή σκάλωσες. Άσπρο ή μαύρο. Λες και υπάρχει κανένας παντογνώστης που μετράει μόρια και αποφασίζει. Δεν υπάρχει. Το μόνο που υπάρχει, είναι το σύστημα. Και έχει χαλάσει εδώ και χρόνια.

Εξηγούμαι:

Ογδόντα εφτά χρόνια χωρίς εξετάσεις

Το Πανεπιστήμιο Αθηνών ιδρύθηκε το 1837. Για ογδόντα εφτά ολόκληρα χρόνια, δεν χρειαζόσουν καμία εξέταση για να μπεις. Έπαιρνες απολυτήριο γυμνασίου, πήγαινες στη γραμματεία, έκανες αίτηση, σου έδιναν τη θέση. Έτσι μπήκαν οι πρώτοι δικηγόροι, γιατροί, μηχανικοί που έχτισαν τη μεσαία τάξη της χώρας. Το πρώτο εξεταστικό ήρθε το 1924, χωριστά για κάθε σχολή. Ήθελες πολιτικός μηχανικός, πήγαινες στη σχολή πολιτικών μηχανικών, έγραφες, αν τα έγραφες καλά έμπαινες. Το πρώτο κεντρικό σύστημα ήρθε το 1964.

Δηλαδή όλη η ιστορία των πανελληνίων όπως την ξέρουμε σήμερα, έχει ζωή εξήντα χρόνια. Όχι αιώνες. Εξήντα χρόνια.

Αν λοιπόν κάποιος σου πει ότι έτσι ήταν πάντα, είτε σου λέει ψέματα είτε (ακόμα χειρότερα) δεν ξέρει τι του γίνεται. Καταλαβαίνεις τις σου λέω; Οι γιατροί, δικηγόροι και μηχανικοί έχτισαν αυτή τη χώρα ως τα μέσα της δεκαετίας του 1960 δεν είχαν δώσει ποτέ πανελλήνιες. Και η χώρα δεν διαλύθηκε. Το αντίθετο. Και βιομηχανία είχαμε, και μεταποίηση, και ορυχεία… Τα πάντα. Αργότερα, για λόγους που θα τους συζητήσουμε σε άλλο σημείωμα, πυροβολήσαμε το πόδι μας, χάσαμε την παραγωγική μας βάση. Αυτήν που έχτισαν οι πρώτοι επιστήμονες αυτής της χώρας.

Έξι συστήματα σε εξήντα χρόνια

Δεν είναι μόνο πρόσφατο το σημερινό σύστημα. Είναι και σάπιο. Από το 1964 ως σήμερα οι πανελλήνιες έχουν αλλάξει τόσες φορές που αν τις βάλεις στη σειρά βγαίνουν έξι εντελώς διαφορετικά συστήματα. Δηλαδή ο πατέρας που γράφει σήμερα το παιδί του στο φροντιστήριο, ο ίδιος είχε δώσει σε άλλο σύστημα, ο φροντιστής του παιδιού του σε τρίτο, και το παιδί του θα δώσει σε τέταρτο. Καταλαβαίνεις πού πάει το πράγμα. Είσαι πειραματόζωο σε ένα παιχνίδι που, οι ίδιοι αυτοί που το έστησαν, δεν ξέρουν τι κάνουν.

Πώς φτάσαμε σε αυτή τη δυστοπία;

Τρεις στρεβλώσεις πέφτουν η μία πάνω στην άλλη σαν σχιστόλιθος, και πάνω πατάει το σημερινό ξεφτιλίκι.

Πρώτη. Από τη δεκαετία του 1950 και μετά, το ελληνικό κράτος δούλεψε σαν ο μεγαλύτερος εργοδότης πτυχιούχων. Άμεσα ή έμμεσα. Μηχανικός σε πολεοδομία, μηχανικός σε ιδιωτικό γραφείο που δούλευε για ένα σχολείο που πλήρωνε το δημόσιο. Όλοι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, είχαν πελάτη το κράτος. Το πτυχίο ήταν εισιτήριο για κρατικό χρήμα. Η οικογένεια θυσιαζόταν για το πτυχίο γιατί το πτυχίο εξασφάλιζε ζωή.

Αυτό κράτησε μέχρι τα μνημόνια. Σήμερα το κράτος προσλαμβάνει ψίχουλα, και τα παιδιά τρέχουν να πάρουν πτυχία επαγγελμάτων που το κράτος δεν χρειάζεται πια και η αγορά τα γράφει στα παλιά της τα παπούτσια. Κανείς δεν τους το λέει. Όλοι σιωπή.

Δεύτερη. Οι έλληνες γονείς θεωρούν τα τεχνικά επαγγέλματα κάτι κατώτερο, σαν να είσαι ξεφτιλισμένος που σπουδάζεις ηλεκτρολόγος. Στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών του 2025, ο καθηγητής Δουκίδης του ΟΠΑ πέταξε μια αλήθεια που λίγοι την άκουσαν. Εννιά στους δέκα αποφοίτους ελληνικού λυκείου διεκδικούν θέση στο πανεπιστήμιο. Οκτώ στους δέκα περνάνε. Από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη. Ο πρόεδρος του ΣΕΒ Θεοδωρόπουλος πρόσθεσε ότι είμαστε χώρα αποβιομηχανοποιημένη. Δεν παράγουμε τίποτα.

Δηλαδή γεμίζουμε πανεπιστήμια από τη μία, αδειάζουμε εργοστάσια από την άλλη. Όλοι θέλουν να γίνουν δικηγόροι. Κανείς δεν θέλει να σηκώσει βαρέλα. Το αποτέλεσμα. Την ώρα που ένας ηλεκτρολόγος με δέκα χρόνια εμπειρία βγάζει 2.500 με 3.000 ευρώ τον μήνα, ένας στους τέσσερις πτυχιούχους κάθεται στον καναπέ.

Τρίτη. Όλη η μηχανή των πανελληνίων είναι μια αυτοτροφοδοτούμενη μπίζνα. Φροντιστήρια, εκδότες, ιδιαίτερα μαθήματα, σύμβουλοι, ψυχολόγοι προετοιμασίας, παπαγάλοι κάθε λογής. Δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενοι. Οκτακόσια εκατομμύρια ευρώ τζίρου μόνο από φροντιστήρια. Κάθε σοβαρή μεταρρύθμιση κόβει χέρι σε αυτή τη βιομηχανία. Γι’ αυτό κάθε «μεταρρύθμιση» των τελευταίων δεκαετιών αλλάζει μόνο φόρμα, ποτέ ουσία. Σε δουλεύουν στα γαλήνεψά τους.

Το παράδοξο της βάσης

Πάμε τώρα στο πιο γελοίο. Τα παιδιά συμπληρώνουν το μηχανογραφικό βάζοντας πρώτα τις σχολές με τις υψηλότερες βάσεις, πεπεισμένα ότι αυτό σημαίνει καλύτερη αποκατάσταση. Έλα όμως που συχνά ισχύει ακριβώς το αντίθετο.

Παράδειγμα. Υπάρχουν σχολές πολυτεχνείου με πολύ υψηλή βάση που δέχονται μερικές δεκάδες εισακτέους τον χρόνο. Ένα δεκαεπτάχρονο τις βλέπει και σκέφτεται «αφού δίνουν δύσκολες εξετάσεις και μπαίνουν λίγοι, σίγουρα θα έχω δουλειά». Μόλις έριξε καρπαζιά στον εαυτό του. Η βάση φίλε μου δεν μετράει την επαγγελματική αποκατάσταση. Μετράει τη σχέση προσφοράς και ζήτησης μεταξύ υποψηφίων και θέσεων.

Πάρε τους Ναυπηγούς. Είναι λίγοι. Όχι όμως επειδή η σχολή είναι «κορυφή». Είναι λίγοι επειδή τα ελληνικά ναυπηγεία ήταν για δεκαετίες κλειστά ή μισόκλειστα. Κανείς δεν χρειαζόταν Ναυπηγούς. Μια ολόκληρη γενιά αποφοίτησε και βρήκε λουκέτο. Όσοι κράτησαν το αντικείμενο έφυγαν Νορβηγία, Ολλανδία, Σιγκαπούρη.

Στον αντίποδα οι Τοπογράφοι. Βάση εισαγωγής σχεδόν τρεις χιλιάδες μονάδες χαμηλότερα. Διπλάσιοι ή τριπλάσιοι εισακτέοι. Τα παιδιά την κατατάσσουν ως «κατώτερη». Τι βλακείες είναι αυτές; Οι Τοπογράφοι έχουν από τα μικρότερα ποσοστά ανεργίας απ’ όλο το Πολυτεχνείο. Όλα ανάποδα από αυτά που σου λένε.

Πώς το λύνουν στην Ευρώπη

Δεν χρειάζεται να ανακαλύψουμε ξανά τον τροχό.

Σε όλη την Ευρώπη υπάρχουν δοκιμασμένα μοντέλα.

Πάμε ένα ένα.

Στη Σκωτία, ένα από τα πιο σοβαρά πανεπιστημιακά συστήματα του κόσμου, οι σπουδές κρατάνε τέσσερα χρόνια. Τα δύο πρώτα είναι ευρεία γενική παιδεία. Η ειδίκευση έρχεται στα δύο τελευταία. Φοιτητής που μπήκε να σπουδάσει Αγγλική Φιλολογία, μπορεί στο πρώτο και δεύτερο έτος να πιάσει μαθήματα Φιλοσοφίας και Γεωγραφίας, και αν δει ότι του αρέσει η Φιλοσοφία, αλλάζει κατεύθυνση χωρίς να χάσει χρονιά. Όχι σαν εδώ που αν βαρεθείς σπουδάζεις μέχρι τα γεράματα ή πετάς το πτυχίο στα σκουπίδια.

Στις Κάτω Χώρες, από το 1998 λειτουργούν περίπου δέκα Κολλέγια μέσα σε μεγάλα πανεπιστήμια με τριετή γενική εκπαίδευση. Ο φοιτητής χτίζει το δικό του πρόγραμμα από Ανθρωπιστικές, Κοινωνικές, Φυσικές Επιστήμες. Δες τη διαφορά. Στα παραδοσιακά τριετή ολλανδικά προγράμματα, μόνο τέσσερις στους δέκα φοιτητές αποφοιτούν εμπρόθεσμα. Στα δέκα αυτά Κολλέγια με ευρύ αρχικό πρόγραμμα, εννιά στους δέκα.

Στη Γαλλία, μέχρι το 2020, η Ιατρική είχε σύστημα φόνου. Ένας στους δύο φοιτητές κοβόταν στο δεύτερο έτος και έχανε ολόκληρη τη χρονιά. Η μεταρρύθμιση του 2020 έβαλε δεύτερο, πιο πολιτισμένο διάδρομο. Γράφεις κανονικά Νομική, Βιολογία ή Φιλοσοφία, και παράλληλα διεκδικείς Ιατρική. Αν δεν περάσεις στην Ιατρική, συνεχίζεις την κανονική σου σχολή. Καμία χρονιά στα σκουπίδια.

Στη Γερμανία λειτουργεί από το 1969 το λεγόμενο διπλό σύστημα επαγγελματικής εκπαίδευσης. Έχει εμπνεύσει Ελβετία, Αυστρία, και πιο πρόσφατα Νότια Κορέα. Ο μαθητής περνάει εβδομήντα τοις εκατό του χρόνου του σε επιχείρηση και τριάντα σε σχολή. Στις περισσότερες περιπτώσεις η μαθητεία οδηγεί σε εξασφαλισμένη δουλειά. Γι’ αυτό η Γερμανία έχει σταθερά τα χαμηλότερα ποσοστά νεανικής ανεργίας στην Ευρώπη. Δεν χρειάζονται μαντική για να καταλάβουν.

Τι μπορεί να γίνει σταδιακά στην Ελλάδα

Δεν είμαι εκπαιδευτικός. Ζω όμως την ελληνική πιάτσα σαράντα χρόνια. Και ξέρω ότι καμία ριζική αλλαγή δεν περνάει σε αυτή τη χώρα. Όποιος επιχειρήσει να καταργήσει τις πανελλήνιες, δεν βγάζει την τετραετία του. Θα τον φάνε ζωντανό.

Όμως υπάρχουν τέσσερις αθόρυβες παρεμβάσεις που μπορούν να γίνουν χωρίς να ξεσηκώσουν την πιάτσα.

Πρώτη. Συγχώνευση των άπειρων μικρών τμημάτων σε μεγαλύτερες σχολές με κοινό πρώτο διετές και ειδίκευση στο τρίτο έτος, σκωτσέζικου τύπου. Δεν καταργείται καμία πανελλήνια. Απλώς αντί να γράφει το παιδί στα δεκαεπτά του «Χημικός», «Μηχανολόγος», «Πολιτικός», «Τοπογράφος», «Ναυπηγός», γράφει «Σχολή Μηχανικής» και επιλέγει στα είκοσι του, με δύο χρόνια πραγματικής επαφής με κάθε ειδικότητα.

Δεύτερη. Διάδρομοι δεύτερης ευκαιρίας σε σχολές υψηλής ζήτησης, σαν τη γαλλική. Καμία απώλεια χρονιάς. Δεν περνάς Ιατρική, μπαίνεις σε άλλη συναφή σχολή και ξαναδιεκδικείς από εκεί.

Τρίτη. Πραγματική αναβάθμιση των ΙΕΚ και των ΕΠΑΛ ως ισότιμη διαδρομή, με γερμανικού τύπου μαθητεία και σύνδεση με συγκεκριμένες επιχειρήσεις. Αύξηση εγγραφών στα ΕΠΑΛ έχει ήδη αρχίσει. Χρειάζεται όμως κοινωνική κατευνασμένη επανατοποθέτηση. Ο ηλεκτρολόγος δεν είναι κατώτερος από τον δικηγόρο που γυρνάει για ψίχουλα ως τα σαράντα. Αντίθετα.

Τέταρτη. Διαφάνεια στα στοιχεία επαγγελματικής απορρόφησης. Κάθε χρόνο πριν το μηχανογραφικό, να δημοσιεύονται από Υπουργείο Παιδείας και ΤΕΕ επικαιροποιημένα στοιχεία ανεργίας, χρόνου εύρεσης εργασίας, μέσων αμοιβών ανά σχολή. Δίπλα στη βάση εισαγωγής, η βάση επαγγελματικής πραγματικότητας, για να σταματήσει το παιδί να αποφασίζει με μαντηλίτσες και προγνωστικά καφενείου.

Καμία από αυτές τις παρεμβάσεις δεν καταργεί πανελλήνιες. Καμία δεν χρειάζεται μεγαλειώδη αναμόρφωση. Όλες μπορούν να γίνουν σταδιακά και πολιτικά είναι απολύτως εφικτές. Γιατί άραγε δεν γίνονται;

Πέντε οδηγίες για τα φετινά παιδιά

Η συστημική αλλαγή θα αργήσει χρόνια. Όσοι γράφουν φέτος δεν προλαβαίνουν. Πέντε πράγματα μπορούν να κάνουν τώρα.

  1. Πριν πιάσεις μηχανογραφικό, ψάξε την πραγματική κατάσταση κάθε σχολής που σκέφτεσαι. Όχι μόνο τη βάση. Ψάξε για μελέτες απορρόφησης των ΑΕΙ, δελτία ΕΛΣΤΑΤ, Cedefop. Λίγε ώρες έρευνας σήμερα σου σώζουν δεκαετίες μετά. Αν δυσκολεύεσαι, ζήτα βοήθεια από τα chat της Τεχνητής Νοημοσύνης. Θα σου τα βρεί σε μισή ώρα.
  2. Μην γράφεις πρώτο στο μηχανογραφικό αυτό με την υψηλότερη βάση. Γράφε πρώτο αυτό που σε ενδιαφέρει πραγματικά και έχει υγιή αγορά εργασίας. Η βάση μετράει ανταγωνισμό, όχι αξία. Σχολές με χαμηλότερη βάση μπορεί να έχουν πολύ καλύτερη επαγγελματική αποκατάσταση από αυτές στην κορυφή.
  3. Αν δεν είσαι σίγουρος, σπούδασε κάτι ευρύ. Μαθηματικά, Φυσική, Πληροφορική, Οικονομικά, Μηχανική, Φιλοσοφία. Σπουδές που χτίζουν σκέψη, όχι ταμπέλα. Τις επόμενες δεκαετίες οι ταμπέλες θα έχουν αλλάξει εικοσιπέντε φορές. Ο τρόπος σκέψης μένει.
  4. Μάθε τεχνητή νοημοσύνη ανεξάρτητα από τι σπουδάζεις. Δεν χρειάζεται να γίνεις μηχανικός τεχνητής νοημοσύνης. Χρειάζεται να την κάνεις εργαλείο σου. Όσοι το μαθαίνουν τώρα θα έχουν προβάδισμα μιας πενταετίας έναντι αυτών που απλά παίζουν με το ChatGPT για fake news.
  5. Αν δεν περάσεις φέτος, βούτα πάλι την επόμενη χρονιά. Σε όλη τη σοβαρή Ευρώπη η μέση ηλικία εισόδου είναι δεκαεννιά με είκοσι. Η Ελλάδα είναι ίσως η μοναδική χώρα που λέει «καθυστερημένο» όποιον μπαίνει στα δεκαεννιά με είκοσι. Ξαναπροσπάθησε. Φύγε για το εξωτερικό. Δούλεψε δύο χρόνια και ξαναμπες στο παιχνίδι πιο δυνατά. Στήσε μια δικιά σου δουλειά. Λύσεις υπάρχουν. Αρκεί να ψάξεις χωρίς πανικό.

Και κάτι ακόμα. Οι περισσότεροι άνθρωποι χτίζουν την πραγματική τους καριέρα κοντά στα σαράντα, όχι στα δεκαεπτά. Έχεις χρόνο. Πολύ περισσότερο απ’ όσο σου πασάρουν.

Δύο τελευταία λόγια

Το πρόβλημα δεν είναι οι πανελλήνιες. Είναι ότι η ελληνική κοινωνία έχει χτίσει γύρω τους μια ολόκληρη ψευδαίσθηση. Ότι δηλαδή τρεις ώρες γραπτού στα δεκαεπτά κρίνουν τα επόμενα τριάντα με σαράντα χρόνια.

Ε, όχι. Δεν τα κρίνουν. Και όποιος έχει χτίσει πραγματική καριέρα το ξέρει πολύ καλά. Ψάξε γύρω σου για επιτυχημένους ανθρώπους και ρώτα κάτι απλό: “Πότε ξεκινήσατε αυτό που κάνετε;”. Θα εκπλαγείς από την απάντηση.

Τα τριάντα με σαράντα (ίσως και περισσότερα) χρόνια που θα δουλέψεις, θα τα κρίνει η αγορά εργασίας που αλλάζει κάθε πέντε χρόνια, οι τεχνολογίες που γυρίζουν τα πάνω κάτω κάθε δύο, οι αποφάσεις που θα παίρνεις από τα είκοσι ως τα εξήντα σου, η ικανότητά σου να μαθαίνεις και να ξαναμαθαίνεις, η ψυχραιμία σου όταν αρχίζουν τα ζόρια, η ικανότητα να λύνεις προβλήματα και η δεξιότητα να εξηγείς σύνθετα πράγματα με απλά λόγια.

Οι πανελλήνιες είναι ένα γραπτό. Σοβαρό γραπτό, δεν λέω. Αλλά δεν είναι ολόκληρη η ζωή σου. Όσο πιο νωρίς το πάρεις χαμπάρι, τόσο πιο νωρίς θα αρχίσεις να ζεις τη ζωή που σου ταιριάζει. Όχι αυτή που σου χώσανε στο κεφάλι απ’ την ώρα που τέλειωσες το δημοτικό.

For the Prince
Άνοιξη 2026