Τελευταία παίζει στα οικονομικά έντυπα όλου του κόσμου μια είδηση που προκαλεί ανατριχίλα σε χώρες σαν τη δική μας, που πέρασαν μια δεκαετή κρίση χρέους και ακόμη προσπαθούν να αφήσουν οριστικά πίσω τους τις συνέπειές της. Δυστυχώς, υπάρχει μια οικονομική πραγματικότητα που αργούμε να καταλάβουμε μέσα στην καθημερινότητά μας. Το κόστος του χρήματος.
Όταν τα επιτόκια δανεισμού είναι χαμηλά, κυβερνήσεις, επιχειρήσεις και νοικοκυριά δανείζονται φθηνά και χρηματοδοτούν κατανάλωση, επενδύσεις και δημόσιες δαπάνες. Όταν όμως τα επιτόκια ανεβαίνουν και παραμένουν υψηλά, ολόκληρη η οικονομία κατεβάζει ταχύτητα. Αυτό είναι το μεγάλο ερώτημα της εποχής μας. Μετά από μια πολυετή περίοδο πολύ φθηνού χρήματος, μπορεί η Ευρώπη να αντέξει μια παρατεταμένη περίοδο ακριβού δανεισμού;
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ανάπτυξη της Ευρωζώνης κατά 0,9% το 2026 και 1,2% το 2027. Δηλαδή, τα περιθώρια είναι ήδη στενά. Και το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι τα κράτη δανείζονται ακριβότερα. Είναι ότι, αν αυτό συνεχιστεί, το ολοένα ακριβότερο χρήμα θα περιορίσει την κατανάλωση, τις επενδύσεις και τις δημόσιες δαπάνες.
Κακά τα ψέματα. Για το μέσο νοικοκυριό, ακριβό χρήμα σημαίνει ότι το ίδιο εισόδημα αφήνει λιγότερο περιθώριο για δάνεια, κατανάλωση και αποταμίευση.
Πώς δανείζεται ένα κράτος;
Όταν ένα κράτος εκδίδει ένα ομόλογο, ουσιαστικά δανείζεται χρήματα από έναν επενδυτή και συμφωνεί να τα επιστρέψει σε μια συγκεκριμένη χρονιά, πληρώνοντας στο μεταξύ τόκους. Για πολλά χρόνια, ιδιαίτερα μετά την κρίση του 2008 και την πανδημία, τα επιτόκια ήταν εξαιρετικά χαμηλά. Έτσι, ο δανεισμός ήταν φθηνός και τα κράτη μπορούσαν να αυξάνουν το χρέος τους με σχετικά μικρό κόστος.
Τι συμβαίνει όταν λήγουν τα παλιά, φθηνά ομόλογα;
Εδώ βρίσκεται το κλειδί του προβλήματος. Όταν ένα παλιό ομόλογο λήγει, το κράτος πρέπει να επιστρέψει τα χρήματα που είχε δανειστεί. Επειδή όμως εξακολουθεί να χρειάζεται χρηματοδότηση, συνήθως εκδίδει νέο ομόλογο για να συγκεντρώσει τα χρήματα που χρειάζεται. Αν όμως το νέο ομόλογο έχει πολύ υψηλότερο επιτόκιο, ο ίδιος δανεισμός αρχίζει να κοστίζει περισσότερο.
Έτσι, χρόνο με τον χρόνο, μεγαλύτερο μέρος του κρατικού προϋπολογισμού πηγαίνει στην πληρωμή τόκων και λιγότερο μένει για υγεία, παιδεία, υποδομές, άμυνα και επενδύσεις. Και όταν το κράτος περιορίζει αυτές τις δαπάνες, περιορίζεται και το χρήμα που διοχετεύεται στην οικονομία, με αποτέλεσμα να μειώνεται συνολικά η οικονομική δραστηριότητα.
Το παράδοξο της Ελλάδας
Η Ελλάδα, που βρέθηκε στο επίκεντρο της κρίσης χρέους πριν από 15 χρόνια, έχει σήμερα μια ιδιαίτερη δομή χρέους. Κατά τη διάρκεια της κρίσης πήραμε μεγάλα δάνεια από τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς στήριξης και συμφωνήσαμε να τα αποπληρώσουμε σε μακρινό χρονικό ορίζοντα. Με λίγα λόγια για ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού χρέους δεν βιαζόμαστε να το αντικαταστήσουμε με νέο (και ακριβότερο) δανεισμό. Γι’ αυτό λένε ότι η άνοδος των επιτοκίων δεν επηρεάζει αμέσως ολόκληρο το ελληνικό χρέος.
Αυτό είναι σημαντικό για ένα κράτος που πρέπει να δανείζεται ξανά και ξανά για να πληρώνει τα παλιά του χρέη, δηλαδή να τα αναχρηματοδοτεί.
Η Ελλάδα επιπλέον, διαθέτει σημαντικό ταμειακό απόθεμα που λειτουργεί σαν επιπλέον ασφάλεια. Αυτό δεν σημαίνει ότι η χώρα είναι προστατευμένη από κάθε κίνδυνο ή ότι τα υψηλά επιτόκια δεν την επηρεάζουν. Σημαίνει όμως ότι έχει περισσότερο χρόνο για να προσαρμοστεί, χωρίς να χρειάζεται να βγαίνει συστηματικά στις αγορές για να δανείζεται με υψηλά επιτόκια.
Πότε θα σοβαρέψουν τα πράγματα;
Το πρόβλημα θα σκάσει στην Ευρώπη και, αν τα επιτόκια παραμείνουν στα σημερινά υψηλά επίπεδα για άλλα 5 χρόνια, το πρόβλημα θα είναι πολύ μεγαλύτερο από τις προβλέψεις . Στις χώρες που ήδη χρωστούν, τα παλιά τους ομόλογα θα αντικαθίστανται από ακριβότερα αυξάνοντας το κόστος εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους τους. Έτσι θα έχουν λιγότερα χρήματα για επενδύσεις ή θα χρειαστεί να αυξήσουν την φορολογία και ταυτόχρονα να περιορίσουν τις κρατικές δαπάνες.
Ακριβό χρήμα για τα νοικοκυριά σημαίνει ακριβότερο δανεισμό και μικρότερο διαθέσιμο εισόδημα. Αυτό μπορεί να περιορίσει την κατανάλωση αφού μετά τους τόκους και τις δόσεις μένουν λιγότερα χρήματα για τις υπόλοιπες ανάγκες. Τα στεγαστικά θα παραμένουν ακριβά, πιέζοντας και την αγορά ακινήτων. Οι επιχειρήσεις θα αντιμετωπίζουν υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης, που σημαίνει ότι όσες είναι φορτωμένες με δάνεια μπορεί να μην αντέξουν ενώ, ακόμη και οι υγιείς επιχειρήσεις θα αναβάλουν ή θα ακυρώσουν νέες επενδύσεις αφού το κόστος του χρήματος τις κάνει λιγότερο ελκυστικές.
Το αποτέλεσμα θα ήταν μια Ευρώπη με χαμηλότερη κατανάλωση, λιγότερες επενδύσεις και ασθενέστερη ανάπτυξη.
Αυτός είναι ο πραγματικός κίνδυνος του «ακριβού χρήματος». Δηλαδή όχι απαραίτητα μια θεαματική κρίση, αλλά μια οικονομία που θα κινείται με το πόδι στο φρένο για πολλά χρόνια.
For the Prince
Σεπτέμβριος 2026