
Σαν σήμερα, Δευτέρα 29 Ιουνίου, πριν από 11 χρόνια, οι Έλληνες ξύπνησαν με κλειστές τράπεζες και ουρές στα ATM. Κάθε ανάληψη είχε πλέον όριο 60 ευρώ την ημέρα και κάθε μεταφορά χρημάτων στο εξωτερικό χρειαζόταν άδεια. Ήταν η αρχή των κεφαλαιακών ελέγχων, γνωστών σαν Capital Controls, που επιβλήθηκαν με Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου παρακάμπτοντας την τυπική κοινοβουλευτική διαδικασία, υπό τον τίτλο “Τραπεζική αργία βραχείας διάρκειας” (Νόμος 4350/2015). Αξίζει να δούμε τα γεγονότα με τη σειρά τους, όπως καταγράφονται, με πολιτική ουδετερότητα προκειμένου το άρθρο να πιάσει τόπο.
ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΟΥΝ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ
Τα Capital Controls είναι ένα πακέτο περιορισμών που επιβάλλει το κράτος στις κινήσεις κεφαλαίων, στις αναλήψεις μετρητών και στις μεταφορές χρημάτων προς το εξωτερικό. Έτσι σταματούν οι ελεύθερες μεταφορές στο εξωτερικό, μπαίνει όριο στις αναλήψεις και οι καταθέσεις των πολιτών θεωρητικά παραμένουν δικές τους αλλά δεν τους επιτρέπεται η πρόσβαση σ’ αυτές μέχρι την άρση των περιορισμών. Απώτερος στόχος είναι να αποτραπεί ο μαζικός πανικός απόσυρσης χρημάτων (Bank Run) γιατί έτσι εξαντλείται η ρευστότητα των τραπεζών και τις μετατρέπει από τραπεζικά ιδρύματα σε κτίρια γραφείων.
ΠΟΙΟΣ ΠΛΗΡΩΝΕΙ ΤΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ
Το τίμημα το πληρώνει γενικώς και αορίστως “η οικονομία” καθώς μπλοκάρουν οι εισαγωγές, ανεβαίνει το κόστος των συναλλαγών και παγώνουν οι επενδύσεις. Όμως σε πρακτικό επίπεδο, τα Capital Controls μεγαλώνουν σε ένταση και διάρκεια την ύφεση. Συνεπώς, το τίμημα μεταφράζεται σε μειώσεις μισθών, απολύσεις, κενά ασφάλισης και πλήθος πιέσεων που πέφτουν δυσανάλογα στα ευάλωτα και μικροαστικά στρώματα τα οποία ποτέ δεν διέθεταν “μαξιλάρι” και ζούσαν με τον μισθό τους από μήνα σε μήνα. Ήταν άνθρωποι που μετά από δεκαετίες σχετικής σταθερότητας, είχαν συνηθίσει να θεωρούν δεδομένο ότι ο μισθός πάντα θα μπαίνει και ότι οι αποταμιεύσεις τους “για μια ώρα ανάγκης” θα είναι πάντα διαθέσιμες. Μια βεβαιότητα που κατέρρευσε σαν χάρτινος πύργος αφού “σε ώρα ανάγκης βρέθηκαν” αλλά πρόσβαση στις αποταμιεύσεις τους δεν είχαν. Παραμένει ιστορικό αξιοσημείωτο ότι μια κυβέρνηση που είχε ως κεντρικό της αφήγημα την προστασία των αδυνάμων, δεν απέτρεψε μια εξέλιξη της οποίας το βάρος θα έπεφτε κατά κύριο λόγο σε αυτούς ακριβώς.
ΠΩΣ ΦΤΑΣΑΜΕ ΩΣ ΕΚΕΙ;
Η εκροή των καταθέσεων δεν ξεκίνησε τον Ιούνιο των Capital Controls. Είχε αρχίσει από τον Δεκέμβριο του 2014, όταν φάνηκε ότι η Βουλή δεν θα εξέλεγε Πρόεδρο της Δημοκρατίας και ότι η χώρα θα οδηγούνταν σε πρόωρες εκλογές. Στην καθοριστική ψηφοφορία ο υποψήφιος της κυβερνητικής πλειοψηφίας έμεινε κάτω από τις απαιτούμενες 180 ψήφους καθώς τα κόμματα της αντιπολίτευσης ψήφισαν “παρών” με βασικό πρωταγωνιστή τον ΣΥΡΙΖΑ που προηγούνταν δημοσκοπικά. Η μη εκλογή Προέδρου οδηγούσε υποχρεωτικά σε διάλυση της Βουλής και σε πρόωρες εκλογές, κάτι που η αντιπολίτευση επιδίωκε χωρίς να το κρύβει. Η Βουλή πράγματι διαλύθηκε και στις 25 Ιανουαρίου 2015 έγιναν οι εκλογές από τις οποίες σχηματίστηκε κυβέρνηση συνεργασίας ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.
Η αβεβαιότητα άφησε αμέσως τα ίχνη της. Από τα 160 δισ. τον Δεκέμβριο 2014 οι καταθέσεις έπεσαν στα 148 τον Ιανουάριο και στα 140 τον Φεβρουάριο. Στις αρχές Φεβρουαρίου η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) απέσυρε τη διευκόλυνση (waiver) που επέτρεπε στις τράπεζες να δανείζονται φθηνά με ενέχυρο ελληνικά ομόλογα, έτσι τις έστρεψε στον πολύ ακριβότερο έκτακτο μηχανισμό ELA με επιτόλιο 1,5%, δηλαδή 30 φορές ακριβότερο από το 0,05% της ΕΚΤ.
ΡΕΥΣΤΟΤΗΤΑ, ΜΗΔΕΝ
Από τον Μάρτιο ως τον Μάιο η ταμειακή κατάσταση του Δημοσίου ήταν ήδη ασφυκτική. Με νέα Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου τον Απρίλιο η κυβέρνηση υποχρέωσε τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης (υπουργεία, ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ κ.λπ.), δήμους, περιφέρειες και όλες τις δημοτικές και περιφερειακές κοινωφελείς επιχειρήσεις, να μεταφέρουν τα ταμειακά τους διαθέσιμα στην Τράπεζα της Ελλάδος για να βρεθούν μετρητά ώστε να καταβληθούν οι μισθοί, οι συντάξεις και οι λοιπές κρατικές υποχρεώσεις του επόμενου μήνα.
Η ΚΟΡΥΦΩΣΗ
Την Παρασκευή 26 Ιουνίου 2015 ο τότε πρωθυπουργός Α. Τσίπρας ανακοίνωσε δημοψήφισμα για τις 5 Ιουλίου μόλις τέσσερις ημέρες πριν λήξει το πρόγραμμα στήριξης. Το διάγγελμα πυροδότησε νέο κύμα φυγής καταθέσεων. Την Κυριακή 28 Ιουνίου η ΕΚΤ απέρριψε το αίτημα για αύξηση της χρηματοδότησης μέσω ELA και την κράτησε παγωμένη στα 89 δισ. Χωρίς όριο στις αναλήψεις οι τράπεζες θα εξαντλούσαν τα αποθέματά τους, οπότε το ίδιο βράδυ αποφασίστηκε το κλείσιμό τους και το όριο των 60 την ημέρα. Στις 30 Ιουνίου, ημέρα λήξης του προγράμματος, η δόση προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο δεν καταβλήθηκε και η Ελλάδα έγινε η πρώτη ανεπτυγμένη οικονομία που περιήλθε σε καθυστέρηση πληρωμών προς το ΔΝΤ.
Η ΑΡΓΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΟΛΙΓΟΗΜΕΡΗ
Το αρχικό μήνυμα του Μαξίμου έκανε λόγο για “ολιγοήμερη αργία”. Στην πραγματικότητα οι τράπεζες ξανάνοιξαν στις 20 Ιουλίου 2015, σχεδόν τρεις εβδομάδες αργότερα, ενώ οι έλεγχοι παρέμειναν σε ισχύ σε όλη τη θητεία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Άρθηκαν πλήρως μόλις την 1η Σεπτεμβρίου 2019, περισσότερο από τέσσερα χρόνια μετά, δύο μήνες αφότου σχηματίστηκε αυτοδύναμη κυβέρνηση ΝΔ υπό τον Κ. Μητσοτάκη.
ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑΝ ΝΑ ΕΙΧΑΝ ΑΠΟΦΕΥΧΘΕΙ;
Κάθε υπόθεση για το τι θα γινόταν υπό διαφορετικές συνθήκες παραμένει υπόθεση και σαν τέτοια, δεν επιδέχεται απόδειξης. Όμως τα ιστορικά δεδομένα δείχνουν ότι τα Capital Controls δεν ήταν αποτέλεσμα φυσικής συνέχειας της οικονομικής κρίσης αλλά πολύ συγκεκριμένων επιλογών. Το πρόβλημα ήταν εσωτερικό και πολύ βαθύτερο. Απ’ τη μία έχουμε ένα τραπεζικό σύστημα του οποίου η ρευστότητά ήταν εξαρτημένη από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και, απ’ την άλλη, ένα κράτος χωρίς πρόσβαση στις αγορές (τα ελληνικά ομόλογα είχαν υποβαθμιστεί σε τραγικό επίπεδο). Αυτά τα δυο μαζί, καθιστούσαν την εμπιστοσύνη στις τράπεζες το μόνο κρίσιμο αγαθό. Μόλις εξανεμίσθηκε κι αυτή η εμπιστοσύνη, τα Capital Controls έγιναν το πλέον πιθανό σενάριο.
Η αποφυγή τους θα απαιτούσε να μην εξαντληθούν ο χρόνος ταυτόχρονα με τη ρευστότητα. Πρακτικά αυτό σήμαινε ότι έπρεπε είτε να είχε κλείσει η συμφωνία πριν τη λήξη του προγράμματος είτε να μην είχε ανοίξει νέα περίοδος αβεβαιότητας την πιο κρίσιμη στιγμή. Οι αποφάσεις που στένεψαν τα περιθώρια είναι καταγεγραμμένες:
Από την ελληνική πλευρά, ο ΣΥΡΙΖΑ σαν αντιπολίτευση επιδίωξε και πέτυχε τις πρόωρες εκλογές που άνοιξαν την περίοδο της αβεβαιότητας. Στη συνέχεια η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ διεξήγαγε μακρά και συγκρουσιακή διαπραγμάτευση παρατείνοντας την αβεβαιότητα ενώ οι διαβεβαιώσεις των στελεχών της κυβέρνησης ότι η ρευστότητα ήταν εξασφαλισμένη και ότι η ΕΚΤ δεν θα απέσυρε τη στήριξη αποδείχθηκαν απλά αβάσιμες. Τέλος, η προκήρυξη του δημοψηφίσματος τέσσερις ημέρες πριν τη λήξη του προγράμματος πυροδότησε το οριστικό κύμα φυγής.
Από την πλευρά των ευρωπαϊκών θεσμών και της ΕΚΤ, το πάγωμα του ELA στην πιο κρίσιμη στιγμή ήταν η ενέργεια που μετέτρεψε την ασφυξία σε αναγκαστικό κλείσιμο, αφού η βρύση της ρευστότητας βρισκόταν στη Φρανκφούρτη. Κανένας παράγοντας δεν ήταν μοιραίος από μόνος του. Μοιραία ήταν η σύμπτωσή τους.
ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΠΟΥ ΕΜΕΙΝΑΝ
Η ύφεση που παρατάθηκε εκτόξευσε τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Τον Μάρτιο του 2016 σχεδόν τα μισά τραπεζικά δάνεια είχαν “κοκκινήσει” γεγονός που διόγκωσε το ήδη σοβαρό πρόβλημα της υπερχρέωσης και κράτησε για χρόνια τις τράπεζες ανίκανες να χρηματοδοτήσουν την οικονομία. Τα δάνεια αυτά πέρασαν αργότερα σε μεγάλο βαθμό σε εταιρείες διαχείρισης με αποτέλεσμα εκατοντάδες χιλιάδες νοικοκυριά να βρίσκονται μέχρι και σήμερα σε διαπραγμάτευση ή δικαστική διένεξη με τους διαχειριστές για να μη χάσουν το σπίτι τους.
Η εμπιστοσύνη επέστρεψε αργά και μόνο εν μέρει. Οι καταθέσεις νοικοκυριών και επιχειρήσεων, που είχαν πέσει σε περίπου 120 δισ. στα μέσα της δεκαετίας, ανέκαμψαν σταδιακά και έφτασαν τα 194 δισ. τον Ιούλιο του 2024 και ένα υψηλό δεκαπενταετίας, 213 δισ., στο τέλος του 2025, παραμένοντας πάντως κάτω από το ιστορικό υψηλό των 237,5 δισ. του 2009. Οι ίδιοι οι έλεγχοι άρθηκαν σχεδόν 7 χρόνια πριν.
Το πιο βαρύ κόστος όμως ήταν άυλο. Η διαπίστωση ότι μια κατάθεση μπορεί να γίνει προσωρινά μη διαθέσιμη – δηλαδή “ναι μεν έχεις καταθέσεις αλλά δεν μπορείς να κάνεις ανάληψη” – άλλαξε τη σχέση νοικοκυριών και επιχειρήσεων με τις τράπεζες και τροφοδότησε τη παρακράτηση μέρους των μετρητών έξω από το ελληνικό τραπεζικό σύστημα κυρίως προς θυρίδες αλλά και προς τράπεζες του εξωτερικού. Το χρήμα δεν γυρίζει εύκολα πίσω πρώτον επειδή η ανασφάλεια συνεχίζεται αλλά και από φόβο φορολογικού ελέγχου στις καταθέσεις. Δηλαδή ακόμη και μετά την άρση των capital controls, περίπου 25 δισ. παραμένουν εκτός ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Τα capital controls απέδειξαν ότι ακόμα και μετά από “Τραπεζική αργία βραχείας διάρκειας” η απώλεια της εμπιστοσύνης προς τις τράπεζες δεν ξανακερδίζεται εύκολα. Και για μέρος του πληθυσμού, δεν θα ξανακερδηθεί ποτέ.
ΚΑΙ ΜΙΑ ΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΗ
Τίποτα από τα παραπάνω δεν αναιρείται από τα συνήθη αντεπιχειρήματα. Ναι, η κρίση και η φυγή καταθέσεων είχαν ρίζες και σε προηγούμενες κυβερνήσεις και πουθενά δεν ισχυρίζομαι το αντίθετο. Ναι, η μη εκλογή Προέδρου τον Δεκέμβριο 2014 και η συνταγματικά επιτρεπτή καταφυγή σε έκτακτες βουλευτικές εκλογές ήταν νόμιμη. Ναι, νόμιμο ήταν και το δημοψήφισμα. Και, ναι, το πάγωμα του ELA ήταν ενέργεια της ΕΚΤ η οποία φέρει το δικό της μερίδιο ευθύνης που καταγράφω ρητά πιο πάνω.
Το ζήτημα όμως ποτέ δεν ήταν η νομιμότητα των επιλογών ούτε οι προθέσεις. Το ζήτημα ήταν ο χρόνος και ο χειρισμός. Μια κυβέρνηση δεν κρίνεται μόνο για το αν είχε το δικαίωμα να κάνει μια κίνηση. Φυσικά και την έχει. Όμως κρίνεται και για το ότι την όποια κίνηση την έκανε τη στιγμή που η χώρα είχε τα στενότερα περιθώρια ελιγμών. Η προκήρυξη εκλογών με τη ρευστότητα να στερεύει, η μακρά συγκρουσιακή διαπραγμάτευση χωρίς δίχτυ ασφαλείας, οι ανεδαφικές διαβεβαιώσεις για ταμειακή επάρκεια που διαψεύστηκαν και η καταφυγή σε δημοψήφισμα τέσσερις ημέρες πριν τη λήξη του προγράμματος ήταν αποφάσεις. Το αν θα τις ονομάσουμε “τολμηρές στρατηγικές” ή “σοβαρά λάθη”, αυτό θα το κρίνει ο καθένας μόνος του. Τα γεγονότα όμως συνέβησαν με τη σειρά που καταγράφονται και δεν αλλάζουν ανάλογα με την ονομασία.
For the Prince
Καλοκαίρι 2026