POS πιάνουμε τη μαρίδα και αφήνουμε τη σφυρίδα

, , ,

 

Η υποχρεωτική χρήση κάρτας στις συναλλαγές, λέει, είναι όπλο κατά της φοροδιαφυγής. Ψέμα με γραβάτα. Δεν μιλάω για τις ταμειακές μηχανές που βγάζουν αποδείξεις. Αυτές έχουν κάποιο νόημα. Μιλάω για τα POS, τα μηχανάκια που το κράτος φόρτωσε στον φούρναρη για να περνάει κάθε ευρώ από εκεί μέσα μην τυχόν και φοροδιαφύγει καμιά τυρόπιτα.

Στήθηκε ένας ολόκληρος μηχανισμός με νόμους, εγκυκλίους, αστυνόμευση και δε συμμαζεύεται για να πιάσει τη μαρίδα και να αφήσει τη σφυρίδα.

Γιατί η πραγματικά μεγάλη φοροδιαφυγή δεν κρύβεται ποτέ στην τσέπη του φούρναρη που σου πουλάει το κουλούρι. Γίνεται μπροστά στα μάτια μας, με εμβάσματα, με offshore εταιρείες και με τιμολόγια που ταξιδεύουν μεταξύ φίλων. Η φοροδιαφυγή γίνεται με κουστούμια και γραβάτες και όχι με το σουσάμι απ’ το κουλούρι. Υπάρχουν πολλές και σοβαρές μελέτες για την φοροδιαφυγή και την “φοροαποφυγή” (μα τί ωραία λέξη) τις οποίες θα αναλύσουμε σε επόμενο σημείωμα.

Πάμε όμως στο POS.

Η προμήθεια που σου τρώει σε κάθε συναλλαγή δεν είναι ανταποδοτική. Δηλαδή δεν είναι σαν τα δημοτικά τέλη που τα πληρώνεις για σου μαζεύουν τα σκουπίδια. Τα ανταποδοτικά τέλη είναι μια δίκαιη συναλλαγή.

Με τα POS ξέρεις τι παίρνεις πίσω; Τίποτα!

Το POS το μόνο που κάνει μόλις ακουμπήσεις την κάρτα είναι να στείλει ένα SMS στον φούρναρη που λέει «OK η κάρτα του πελάτη έχει τα λεφτά που ζητάς, δώσε του τη φρατζόλα». Το ίδιο SMS θα στείλει είτε αγοράζεις ψωμί των δύο ευρώ είτε ψυγείο των πεντακοσίων. Το μηχανάκι δεν ιδρώνει περισσότερο για το ψυγείο. Δεν λέει «Πω πω, τί μεγάλο ποσό… πρέπει να δουλέψω πιο σκληρά για να στείλω το ίδιο SMS». Την ίδια δουλειά κάνει. Και όμως, για το ψυγείο των πεντακοσίων ο έμπορος (δηλαδή εσύ) πληρώνεις εκατό φορές μεγαλύτερη προμήθεια απ’ ότι για το ψωμί.

Εδώ έχουμε τον ορισμό του χαρατσιού

Όταν η χρέωση μιας υπηρεσίας ανεβαίνει όσο ανεβαίνει η αξία της συναλλαγής και όχι η δουλειά για την διεκπεραίωση της υπηρεσίας, αυτό δεν λέγεται αμοιβή, λέγεται άδικος φόρος. Δηλαδή, χαράτσι.

Και ποιος τσεπώνει το χαράτσι;

Όχι ένας αλλά τρεις: Πρώτα η τράπεζα που σου έδωσε την κάρτα. Μετά η Visa και η Mastercard που χρεώνουν επειδή η συναλλαγή πέρασε από το δίκτυό τους (πρόκειται για λεφτά που φεύγουν κατευθείαν από τη Ελλάδα) και στο τέλος αυτός που σου νοίκιασε το μηχανάκι. Πρόκειται για μια αγορά που την κρατάνε στα χέρια τους λίγα ονόματα. Κανένας από τους τρεις δεν έφτιαξε το ψωμί που αγόρασες. Κανένας δεν ξενύχτησε στον φούρνο να το ψήσει. Απλώς στάθηκαν ανάμεσα σε σένα και το ταμείο του φούρναρη και αρπάζουν το ποσοστό τους. Όχι πάνω στα κέρδη, αλλά πάνω στον τζίρο!

Γίνεται ακόμα καλύτερο

Το μεγάλο κομμάτι αυτών των κερδών, μέσα από μερίσματα και επαναγορές μετοχών, δηλαδή τα λεφτά που μοιράζει η τράπεζα στους μετόχους της, καταλήγει σε ξένα funds. Ένα ποσοστό από τα λεφτά που έδωσε ο Έλληνας πελάτης στον Έλληνα μανάβη για ελληνικές ντομάτες κάνουν φτερά και προσγειώνονται σε ένα χαρτοφυλάκιο στη Φρανκφούρτη. Καλό τους ταξίδι.

Ότι όλο αυτό το κόστος των POS είναι παραμύθι το λέει ο ίδιος ο νόμος 5167/2024, αρκεί να τον διαβάσεις. Λέει ότι για τις μικρές συναλλαγές μέχρι 20 ευρώ η προμήθεια της τράπεζας δεν επιτρέπεται να ξεπερνά το 0,10% στις χρεωστικές και το 0,15% στις πιστωτικές, και του δικτύου το 0,10%. Με απλά λόγια, ο ίδιος ο νομοθέτης παραδέχεται ότι το πραγματικό κόστος δεν ξεπερνάει το  0,2 έως 0,3 %. Όταν όμως ο επαγγελματίας πληρώνει συνολικά κοντά στο 1%, η διαφορά του 0,7% δεν είναι κόστος. Είναι καθαρό κέρδος. Και το πιο αστείο είναι ότι χρειάστηκε να βγει νόμος για να μπει ταβάνι στην αρπαχτή.

Σε μια αγορά που λειτουργεί κανονικά δεν βγάζεις νόμο για να εμποδίσεις κάποιον να σε κλέβει. Αν λειτουργούσε ο ανταγωνισμός θα έριχνε μόνος του τις τιμές. Όταν χρειάζεται να μπει ο αστυνομικός για να βάλει ταβάνι στις χρεώσει, σημαίνει ότι κάποιον τον έπιασαν με το χέρι στο συρτάρι.

Και τώρα το νούμερο που τα λέει όλα: Το 2025 η κυβέρνηση κούρεψε κάμποσες χρεώσεις, για να μας δείξει πόσο νοιάζεται. Και όμως, τα έσοδα των τεσσάρων μεγάλων τραπεζών από προμήθειες ξεπέρασαν τα 2,4 δισεκατομμύρια ευρώ, ανεβασμένα κατά 25% μέσα σε έναν χρόνο.

Δηλαδή, το κράτος έκοψε χρεώσεις αλλά οι χρεώσεις… ανέβηκαν

Μία συστημική τράπεζα (βρες την εσύ, δεν έχω όρεξη για δικαστήρια) έχασε 42 εκατομμύρια από κάτι χρεώσεις που της κόψανε και έκλεισε τη χρονιά με τα συνολικά της έσοδα από προμήθειες ανεβασμένα κατά 26%. Το κράτος έκοψε ένα κεφάλι και φύτρωσαν δύο. Λερναία Ύδρα. Αλλά αντί για φίδια βγάζει προμήθειες. Και για να μη νομίζεις ότι ήταν καμιά τυχερή χρονιά, τα καθαρά κέρδη των συστημικών τραπεζών έφτασαν (σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος) τα 4,7 δισεκατομμύρια το 2025. Μήπως ήταν τυχαίο; Όχι δεν ήταν. Πέρυσι το 2024 τα κέρδη ήταν 4,2 δισεκατομμύρια. Όχι δεν ήταν τυχαίο.

Εμένα τι με νοιάζει; Ούτε μαγαζί έχω, ούτε POS

Σε νοιάζει και το πληρώνεις, απλώς δεν το ξέρεις: Ο νόμος απαγορεύει στον Σκλαβενίτη να σου πει «όποιος πληρώνει με κάρτα θα χρεώνεται μισό ευρώ επιπλέον». Αυτό λέγεται surcharging και απαγορεύεται. Τι κάνει λοιπόν το supermarket; Αφού δεν μπορεί να χρεώσει ξεχωριστά αυτόν που χρησιμοποιεί κάρτα; ανεβάζει την τιμή για όλους. Άρα την προμήθεια την πληρώνεις ακόμα και όταν δίνεις μετρητά αφού η ταμπέλα στο ράφι είναι η ίδια για όλους. Δεν γλιτώνεις το χαράτσι πληρώνοντας με μετρητά.

Ας μετρήσουμε ποιος κερδίζει και ποιος χάνει

Ένας εργαζόμενος που αφήνει 800 ευρώ τον μήνα στα μαγαζιά, δίνει στις τράπεζες 70 με 150 ευρώ τον χρόνο χωρίς να το ξέρει. Δηλαδή ένα γεμάτο καρότσι σούπερ μάρκετ το πλήρωσε και δεν το πήρε ποτέ. Θα μου πεις, δεν τα χάνω εγώ, τα χάνει ο Σκλαβενίτης. Όχι, εσύ τα χάνεις. Το είπαμε λίγο πιο πάνω: Το supermarket διορθώνει τις τιμές βάζοντας από πάνω καπέλο για το χαράτσι του POS.

Έχουμε και λέμε:

Ο καταναλωτής χάνει με το χαράτσι κρυμμένο στην τιμή.

Ο έμπορος χάνει γιατί το τρώνε το περιθώριο κέρδους.

Το κράτος δεν εισπράττει ούτε ένα λεπτό.

Δηλαδή απ’ όσους δουλεύουν, παράγουν ή αγοράζουν δεν κερδίζει κανένας άλλος εκτός από το τραπεζικό σύστημα και η παρέα του.

Follow the money

Μένει ένα ερώτημα, και είναι πολύ απλό: Ποιος ωφελείται από την εξαφάνιση των μετρητών από την πιάτσα; Εσύ που πληρώνεις; Ο μαγαζάτορας που βλέπει το κέρδος του να εξαφανίζεται; Ο εργαζόμενος που χάνει χωρίς καν να το ξέρει; Ή εκείνος που κόβει ποσοστό από κάθε σου κίνηση, χωρίς να παράγει απολύτως τίποτα, χωρίς να ρισκάρει απολύτως τίποτα και χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανέναν απολύτως;

Νόμιμη ήταν και η σκλαβιά.
Μέχρι που έπαψε να είναι.

For the Prince
Καλοκαίρι 2026