Δεν υπάρχει «ο σωστός δρόμος». Υπάρχουν μόνο δρόμοι

Πριν λίγες μέρες, Μάιο του 2026 δύο κορίτσια δεκαεπτά ετών πήδηξαν από μια ταράτσα στην Ηλιούπολη. Η μία ξεψύχησε επιτόπου και η άλλη χαροπαλεύει. Βρέθηκε και χειρόγραφο σημείωμα: Μιλάει για τρία χρόνια κατάθλιψης, φόβο για τις πανελλήνιες, σκέψεις ότι θα απογοητεύσουν τους γονείς τους…
Μέσα σε δώδεκα ώρες το ελληνικό Διαδίκτυο έβγαλε το ίδιο βολικό συμπέρασμα: «Ο φόβος των πανελληνίων.» Σταυροκοπήθηκαν και πέρασαν στην επόμενη είδηση.
Φταίνε οι πανελλήνιες. Πολύ βολικό για τους ενόχους. Γιατί αν «φταίνε οι πανελλήνιες» πάει να πει ότι «δεν φταίει το σύστημα» και η κοινωνία που οι μεγάλοι χτίσαμε όπως μας βόλευε και που εσείς, οι μαθητές λυκείου κληρονομείτε χωρίς να σας έχει ρωτήσει κανείς αν τη θέλετε έτσι.
Θα σου πω τρία πράγματα που κανείς ενήλικας δεν τολμάει να σου πει γιατί αν σου τα έλεγε θα έπρεπε να κοιτάξει τον εαυτό του στον καθρέφτη.
Πρώτον. Η «επιτυχία» είναι προϊόν. Σαν τα παπούτσια.
Όποιος σου λέει ότι «ετούτος είναι ο σωστός δρόμος για τη ζωή» σου λέει ψέματα. Δεν υπάρχει. Είναι κατασκευή. Το παράγουν όπως παράγουν μια διαφήμιση. Στο πουλάνε από το νηπιαγωγείο. Στο πουλάνε οι γείτονες και οι θείες στο Πάσχα. Στο πουλάνε τα φροντιστήρια. Στο πουλάνε επειδή κάποιος βγάζει λεφτά από εσένα (ή τέλος πάντων από τους γονείς σου). Φροντιστήρια, εκδότες, ιδιοκτήτες κολλεγίων, υπουργοί που θέλουν να εμφανίζονται μεταρρυθμιστές. Και εσύ είσαι ο πελάτης. Ο αγοραστής.
Σε ποια άλλη στιγμή της ζωής ενός Έλληνα τον κρίνει το κράτος μέσα σε τρεις μέρες για τα επόμενα τριάντα χρόνια. Σε καμία. Αν στα σαράντα σε απολύσουν, δικαιούσαι να βρεις άλλη δουλειά. Αν πάει στραβά μια σχέση δικαιούσαι να χωρίσεις και να ξαναερωτευτείς. Αν χρεωκοπήσεις δικαιούσαι να ξαναξεκινήσεις. Μόνο στα δεκαεπτά σου σου λένε «αυτό είναι, δεν υπάρχει επόμενη φορά».
Σου λένε ψέματα στα μούτρα.
Υπάρχει επόμενη φορά.
Και επόμενη. Και μεθεπόμενη.
Οι γονείς σου ποτέ δεν θα σου πουν ευθέως «μπες στην Ιατρική ή στο Πολυτεχνείο γιατί έτσι θέλω εγώ». Θα το πουν με ένα βλέμμα όλο νόημα. Με έναν αναστεναγμό όταν ο πατέρας πει στη μάνα σου (για το ακούσεις εσύ) «είδες που ο Νίκος ο γιός του διπλανού πέρασε στο Πολυτεχνείο!». Θα σου το πουν με εκείνο το απαράδεκτο που είναι πολύ της μόδας τελευταία: «εμείς δεν λέμε τίποτα, εσύ ξέρεις».
Αυτό το «εσύ ξέρεις» είναι το πιο βαρύ φορτίο που μπορεί να σου φορτώσει γονιός. Σημαίνει ότι το φορτίο μου το φόρτωσα σε σένα και τώρα πλέον είναι δικό σου πρόβλημα, όχι δικό μου». Δεν είναι θέμα κακίας. Απλώς και οι γονείς σου είναι θύματα της ίδιας απατεωνίστικης μηχανής.
Το αποτέλεσμα όμως δεν είναι το ίδιο.
Γιατί το φορτίο είναι πλέον στους δικούς σου ώμους.
Και ζυγίζει σαν τσιμέντο.
Στο σχολείο σου δεν υπάρχει ψυχολόγος, ή υπάρχει για δύο μέρες την εβδομάδα και μοιράζεται σε τρία σχολεία. Δεν είναι ατύχημα. Είναι επιλογή. Το ίδιο το κράτος που πληρώνει χιλιάδες συμβούλους για να γράφουν βιβλία και εκθέσεις που δεν διαβάζει κανένας, είναι το ίδιο κράτος που λέει ότι «δεν υπάρχουν λεφτά» για ψυχολόγο σε κάθε λύκειο. Ψέματα. Φυσικά υπάρχουν λεφτά. Απλά πάνε αλλού.
Πάμε στη δουλειά. Όταν σκέφτεσαι ότι ο μελλοντικός μισθός σου δεν θα φτάνει ούτε για το ενοίκιο, δεν είσαι παρανοϊκός. Είσαι ακριβής. Τα νούμερα είναι εκεί, στην ΕΛΣΤΑΤ, στη Eurostat, στις αγγελίες ενοικίασης. Μέσος μισθός νέου εργαζόμενου, κόστος ενοικίου, ασφαλιστικό σύστημα που για να επιβιώσει σου αρπάζει παράλογες εισφορές για να πληρώνει συντάξεις σε εξηντάρηδες ικανότατους για εργασία. Δεν χρειάζεται να είσαι οικονομολόγος για να τα δεις όλα αυτά. Και να σε πιάσει απελπισία. Πολύ σωστά κάνεις και σε πιάνει απελπισία. Το θέμα είναι πώς την χειρίζεσαι.
Αυτή η απελπισία δεν είναι λόγος για να αποφασίσεις να φύγεις απ’ αυτό το κόσμο. Είναι λόγος να μάθεις να επιβιώνεις μέσα σε ένα σύστημα που χτίστηκε εις βάρος σου, να το ξεγελάς όπου μπορείς, να το αλλάξεις αν και όταν σου δοθεί η ευκαιρία. Δεν είναι μια χαμένη μάχη. Είναι μια μάχη που δεν έχει ξεκινήσει ακόμα.
Δεύτερον. Η κατάθλιψη ψιθυρίζει στο κεφάλι σου ψέματα με τη δική σου φωνή.
Αν αυτή τη στιγμή στο κεφάλι σου ακούς μια φωνή που λέει «δεν αξίζω», «δεν θα τα καταφέρω», «κανείς δεν με αγαπάει», «πάντα έτσι θα είναι», αυτή η φωνή δεν είσαι εσύ. Είναι η αρρώστια. Η κατάθλιψη έχει μια ιδιαίτερη βρωμιά: Σου μιλάει με τη δική σου φωνή και νομίζεις ότι εσύ τα σκέφτεσαι. Όχι, δεν τα σκέφτεσαι εσύ. Σε εξαπατά μια χημεία στον εγκέφαλο και σου παρουσιάζει παραμορφωμένο τον κόσμο.
Όταν έχεις πυρετό τρέμεις, όχι επειδή κάνει κρύο αλλά επειδή έχεις γρίπη. Αν εκείνη την ώρα κάποιος σου έλεγε «πάμε για μπάνιο» θα πεις «δεν μπορώ, κάνει κρύο, παγώνω». Και θα έχεις δίκιο για το πάγωμα αλλά θα έχεις άδικο για τη θερμοκρασία. Έξω έχει 38 βαθμούς κελσίου. Βράζει ο τόπος. Απλά εσύ είσαι άρρωστος. Και φυσικά είναι θέμα χρόνου να γίνεις καλά.
Η κατάθλιψη δουλεύει ακριβώς έτσι. Σου παρουσιάζει έναν ξεθυμασμένο, σκοτεινό κόσμο και νομίζεις ότι ο έτσι είναι και ότι έτσι θα είναι για πάντα. Δεν ισχύει. Απλώς είσαι άρρωστος. Και φυσικά είναι θέμα απόφασης (δικής σου ή των γονιών σου αν το καταλάβουν) να πας σε γιατρό, να γίνεις καλά και να πάψεις να σκέφτεσαι έτσι.
Η κατάθλιψη υποχωρεί σε ποσοστό πάνω από 70% με σωστή υποστήριξη και σε ακόμη μεγαλύτερα ποσοστά αν συνδυαστεί με ακίνδυνα και πάμφθηνα φάρμακα
Δεν θα ζεις με αυτό για πάντα. Είναι κάτι που περνάει. Σαν τη γρίπη. Απλά δεν περνάει μόνο του. Θέλει γιατρό. Αν σπάσεις το πόδι σου κανείς δεν περιμένει να γιατρευτεί με υπομονή και θετική σκέψη. Το ίδιο και η κατάθλιψη. Δεν είναι αδυναμία χαρακτήρα. Δεν είναι να μαζέψεις το μυαλό σου και να σκέφτεσαι θετικά. Είναι αρρώστια και πρέπει να πας σε γιατρό.
Και κάτι ακόμα. Ο εγκέφαλος του ανθρώπου ολοκληρώνεται γύρω στα είκοσι πέντε. Όχι στα δεκαεπτά. Στα είκοσι πέντε. Εσύ τώρα κρίνεις ολόκληρη τη ζωή σου με ένα μυαλό που είναι ακόμα μισοτελειωμένο. Είναι σαν να σου ζητάει κάποιος να κρίνεις έναν πίνακα ζωγραφικής βλέποντας μόνο μία γωνία του. Έχει λογική αυτό;
Όλα όσα σήμερα σου φαίνονται μη αναστρέψιμα, στα τριάντα θα σου φαίνονται γελοία. Κυριολεκτικά γελοία. Αν έγραφες τις σημερινές σου σκέψεις και τις διάβαζες μετά από 10 χρόνια θα νόμιζες ότι τις έγραψε κάποιος άλλος. Και θα είχες και δίκιο. Γιατί όντως στα 17 ήσουν κάποιος άλλος. Τώρα στα 27 είσαι πιο πλήρης, δυνατότερος και σοφότερος.
Τρίτον. Δεν λύνεις το πρόβλημα όταν καταργείς εκείνον που μπορεί να το λύσει.
Όταν σκέφτεσαι «θα φύγω απ’ αυτό το κόσμο για να τους απαλλάξω» λες απλά ψέματα στον εαυτό σου. Οι γονείς που χάνουν παιδί δεν «γυρίζουν σελίδα». Ζουν την υπόλοιπη ζωή τους ξυπνώντας στις τέσσερις τα ξημερώματα με μια εικόνα στο κεφάλι. Η μάνα σου δεν θα ξαναπάει σούπερ μάρκετ χωρίς να σταματήσει στο ράφι με τα γιαούρτια που έπαιρνες. Ο πατέρας σου θα αλλάζει πεζοδρόμιο για να μην περάσει μπροστά από το λύκειο που πήγαινες. Τα αδέλφια σου θα κουβαλούν μια ζωή τις τύψεις που δεν είχαν πάρει χαμπάρι το πρόβλημα και με μια φοβία για την δική τους ζωή.
Δεν θα απαλλάξεις κανέναν από τίποτα. Θα τους χαράξεις μια πληγή που δεν θα κλείσει ποτέ. Ο πόνος δεν εξαφανίζεται. Μεταφέρεται. Φεύγει από εσένα και πάει σε άλλους δέκα και ο καθένας απ’ αυτούς τον σπρώχνει σε άλλους δέκα.
Όταν λες «θα πηδήξω και θα λύσω το πρόβλημα» δεν λύνεις τίποτα. Απλώς καταργείς το εργαλείο που θα έλυνε το πρόβλημα. Δηλαδή εσένα.
Δεν υπάρχει σωστός δρόμος. Υπάρχουν μόνο δρόμοι. Και κάθε δρόμος αξίζει όσο τον περπατάς εσύ, όπως τον διαλέγεις εσύ, με τα δικά σου πόδια. Αρκεί να μείνεις εδώ για να τον περπατήσεις.
Τελειώνω με ένα σπάνιο παράδειγμα λαϊκής σοφίας.
Γύρω στο 2008 στην Αγία Παρασκευή στρίβω σε ένα στενό και πέφτω πίσω από ένα σκουπιδιάρικο. Αναγκαστικά το ακολουθώ. Κάποια στιγμή σβήνει η μηχανή του, κατεβαίνει ο οδηγός και παίρνει τηλέφωνο να έρθει γερανός να το τραβήξει. Πίσω μου είχαν μαζευτεί κι άλλα αυτοκίνητα, όλοι είμαστε ακινητοποιημένοι. Κατεβαίνω κι εγώ και πιάνω κουβέντα με τον σκουπιδιάρη. Πως πάει, τον ρωτάω, βρωμοδουλειά ε; Ναι, μου λέει, η δουλειά είναι πολύ βρώμικη αλλά πληρώνομαι και αγοράζω πεντακάθαρο γάλα για τα παιδιά μου.
Ελπίζω να καταλάβετε πού κολλάει.



