
Ο δημόσιος διάλογος για την τεχνητή νοημοσύνη είναι μοιρασμένος σε δύο στρατόπεδα τα οποία, περιέργως, κάνουν το ίδιο λάθος. Οι μεν προεξοφλούν την εξαφάνιση της εργασίας γραφείου, οι δε προεξοφλούν τον διπλασιασμό του παγκόσμιου πλούτου αλλά στο τέλος και οι δύο θεωρούν την τεχνολογία δεδομένη και μαλώνουν μόνο για το πρόσημο, αν δηλαδή τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα θα είναι θετικά ή αρνητικά. Το κρίσιμο ερώτημα όμως δεν είναι αν η τεχνολογία λειτουργεί. Είναι το πόσο θα κοστίσει η ενσωμάτωσή της και πόσος χρόνος θα χρειαστεί μέχρι να χωρέσει μέσα σε επιχειρήσεις που σχεδιάστηκαν για να δουλεύουν με ανθρώπους.
Το πιο διδακτικό εύρημα των τελευταίων ετών δεν αφορά τις επιδόσεις των μοντέλων σε εργαστηριακά τεστ. Αφορά μια τυχαιοποιημένη ελεγχόμενη δοκιμή που διεξήγαγε το 2025 ο μη κερδοσκοπικός οργανισμός METR. Έμπειροι προγραμματιστές δούλεψαν σε πραγματικά έργα, οι μισοί με εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης οι υπόλοιποι χωρίς. Όσοι χρησιμοποίησαν τεχνητή νοημοσύνη δήλωσαν με απόλυτη βεβαιότητα ότι έγιναν κατά 20% ταχύτεροι. Το χρονόμετρο έδειξε ότι άργησαν κατά 19%. Ο χρόνος πήγε στη διατύπωση των εντολών και κυρίως στον έλεγχο και στη διόρθωση όσων παρήγαγε η μηχανή. Η απόσταση ανάμεσα στην αίσθηση της παραγωγικότητας και στην πραγματική παραγωγικότητα αγγίζει τις σαράντα ποσοστιαίες μονάδες.
Αυτή ακριβώς η αυταπάτη είναι το θέμα του σημειώματος. Και για να τη μετρήσουμε χρειαζόμαστε κάποιο μέτρο. Επιλέξαμε δύο τεχνολογίες που άλλαξαν τον κόσμο πριν από την τεχνητή νοημοσύνη. Τον βρετανικό σιδηρόδρομο που μας έδειξε τι μπορεί να πάθει η οικονομία και τον ηλεκτρισμό που μας έδειξε πόσο σημαντικός είναι ο ρόλος του χρόνου.
Ο ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΟΣ
Στα μέσα της δεκαετίας του 1840 η Βρετανία παρασύρθηκε από τη μανία των σιδηροδρόμων. Το κόλπο ήταν απλό. Αγόραζες μετοχή ονομαστικής αξίας εκατό λιρών καταβάλλοντας προκαταβολή μόλις 10% με την υπόσχεση να δώσεις τα υπόλοιπα όταν αρχίσουν οι εργασίες. Με εκατό λίρες μπορούσες να ποντάρεις σε χίλιες. Η φούσκα δεν έσκασε επειδή απέτυχε η τεχνολογία. Έσκασε την ώρα ακριβώς που η τεχνολογία πέτυχε. Όταν δηλαδή οι κατασκευαστικές εταιρείες ξεκίνησαν τα έργα και ζήτησαν από τους μετόχους το υπόλοιπο 90%. Πολλοί μέτοχοι δεν διέθεταν αυτά τα μετρητά. Πούλησαν άρον άρον ό,τι είχαν, ακόμη και τα σπίτια τους, οι τιμές γκρεμίστηκαν και οι σιδηροδρομικές μετοχές έχασαν πάνω από το 60% της αξίας τους. Από τις γραμμές που με νόμο είχαν εγκριθεί, το ένα τρίτο δεν κατασκευάστηκε ποτέ.
Εδώ κρύβονται μερικές ενδιαφέρουσες αλήθειες. Το ότι μια τεχνολογία δουλεύει δεν σημαίνει ότι η τιμή της μετοχής της αντιστοιχεί σε κάτι υπαρκτό. Ότι ο σιδηρόδρομος, ανεξάρτητα της αρχικής φούσκας, τελικά άλλαξε τον κόσμο. Ότι οι μέτοχοι μπορεί να καταστράφηκαν αλλά η χώρα κέρδισε. Αυτά δεν είναι αντιφάσεις. Είναι ένας κανόνας.
Και επειδή συνηθίζουμε να νομίζουμε ότι τέτοια πράγματα συμβαίνουν μόνο στους ξένους, αξίζει να θυμηθούμε τι έγινε στην Αθήνα το 1873. Ο Ιταλός επιχειρηματίας Σερπιέρης εκμεταλλευόταν τα μεταλλεία του Λαυρίου και μάλωνε με το ελληνικό Δημόσιο για τις εκβολάδες, δηλαδή για τα σκουπίδια των αρχαίων Αθηναίων μεταλλωρύχων, τα σωρευμένα υπολείμματα από τις εξορύξεις του 5ου αιώνα π.Χ. τα οποία με τη νέα τεχνολογία της εποχής μπορούσαν να ξαναδουλευτούν και να δώσουν μέταλλο. Η διαμάχη ονομάστηκε «ζήτημα των εκβολάδων» και συγκλόνισε το κράτος, γιατί κανείς δεν είχε σκεφτεί ποτέ να ρωτήσει σε ποιον ανήκουν τα σκουπίδια. Όσο ήταν σκουπίδια δεν ανήκαν σε κανέναν. Από τη στιγμή που μια νέα τεχνολογία τα μετέτρεψε σε πρώτη ύλη, έγιναν περιουσία και άρα λεία. Κρατήστε το, γιατί το ίδιο ακριβώς ζούμε σήμερα: Τα γλωσσικά μοντέλα δεν εξορύσσουν καινούργιο κοίτασμα, ξαναδουλεύουν τις δικές μας εκβολάδες, δηλαδή τα σαράντα χρόνια κειμένων, φωτογραφιών, σχολίων και σαρωμένων βιβλίων που πετάξαμε στο διαδίκτυο θεωρώντας τα άχρηστα. Και μόλις αποδείχθηκε ότι από αυτόν τον σωρό βγαίνει μέταλλο, ξεκίνησε παγκοσμίως το δεύτερο ζήτημα των εκβολάδων, με εκδότες, καλλιτέχνες και εταιρείες να διεκδικούν στα δικαστήρια την κυριότητα των σκουπιδιών τους.
Τον Μάιο του 1873 η υπόθεση έκλεισε με τον ελληνικό τρόπο. Ο Σερπιέρης παραιτήθηκε από τη διεκδίκηση απέναντι στο Δημόσιο και μπήκε συνέταιρος με τον Ανδρέα Συγγρό στην Ελληνική Εταιρεία Μεταλλουργείων Λαυρίου, με τον Ιταλό υπεύθυνο για τα μεταλλεία και τον τραπεζίτη υπεύθυνο για το ταμείο. Ο Συγγρός δεν έβγαλε λεφτά από το μέταλλο. Έβγαλε λεφτά από την προσδοκία του μετάλλου. Οι μετοχές βγήκαν προς 200 δραχμές. Σχεδόν αμέσως πουλιόνταν 310. Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών δεν υπήρχε ακόμη οπότε ο πυρετός εκδηλώθηκε εκεί που εκδηλώνονται όλα στην Ελλάδα. Στο καφενείο. Οι μετοχές του Λαυρίου άλλαζαν χέρια στο καφενείο «η Ωραία Ελλάς» (ήταν στη γωνία Αιόλου και Ερμού) και στα στέκια των αργυραμοιβών της γύρω περιοχής. Υπηρέτριες, χωροφύλακες, μικροϋπάλληλοι, νοικοκυρές, ρευστοποίησαν την προίκα τους για να αγοράσουν τις μετοχές του Συγγρού. Το κόλπο δεν ήταν η εξόρυξη, ήταν η μετατροπή ενός τεχνικού ερωτήματος σε χρηματιστηριακό προϊόν πριν απαντηθεί το τεχνικό ερώτημα. Ακριβώς όπως σήμερα η αγορά αποτιμά εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης όχι με βάση τα κέρδη που έχουν, αλλά με βάση τα κέρδη που θα είχαν αν αποδειχθεί ότι ο… σωρός περιέχει μέταλλο.
Το τέλος το ξέρουμε. Στη διετία 1873 με 1875 οι πτωχεύσεις στην Ελλάδα διπλασιάστηκαν και τα Λαυρεωτικά έμειναν στη γλώσσα ως συνώνυμο της συλλογικής παράκρουσης. Το μέταλλο τελικά υπήρχε. Τα μεταλλεία όντως δούλεψαν. Η μέθοδος ήταν σωστή. Ψεύτικη ήταν μόνο η τιμή. Ο Σερπιέρης κράτησε τα μεταλλεία, ο Συγγρός κράτησε τη φήμη του εθνικού ευεργέτη αλλά οι Ελληνίδες νοικοκυρές την έχασαν την προίκα τους. Αυτό είναι το μόνο σταθερό στοιχείο σε όλες τις τεχνολογικές επαναστάσεις. Η τεχνολογία επιβιώνει, ο επιχειρηματίας μετακομίζει στο επόμενο έργο και το λογαριασμό τον πληρώνει όποιος αγόρασε τελευταίος.
Δέκα χρόνια αργότερα ο Χαρίλαος Τρικούπης έβαλε τη χώρα να δανειστεί για να χτίσει σιδηροδρόμους και να ανοίξει τον Ισθμό. Η Διώρυγα της Κορίνθου εγκαινιάστηκε στις 25 Ιουλίου 1893. Πέντε μήνες αργότερα, τον Δεκέμβριο του 1893, ο ίδιος Τρικούπης ανέβαινε στο βήμα της Βουλής για να πει “δυστυχώς επτωχεύσαμεν”. Η υποδομή έμεινε αλλά ο προϋπολογισμός δεν άντεξε.
Ας γυρίσουμε στο σήμερα. Οι πέντε μεγαλύτεροι τεχνολογικοί όμιλοι θα ξοδέψουν φέτος γύρω στα 600 με 700 δισεκατομμύρια δολάρια για κέντρα δεδομένων. Τέτοια κέντρα χτίζονται και εδώ, κυρίως στην Αττική, στο Κορωπί και στην Παιανία, εκεί που πριν από μια γενιά υπήρχαν αμπέλια. Ταυτόχρονα εμφανίστηκαν συμφωνίες που θυμίζουν έντονα τα τεχνάσματα του 19ου αιώνα. Η Nvidia, που κατασκευάζει τα πανάκριβα τσιπ, ανακοίνωσε ότι θα επενδύσει έως και 100 δισεκατομμύρια δολάρια στην OpenAI, η οποία με τη σειρά της θα δαπανήσει τεράστια ποσά για να αγοράσει τσιπ από τη Nvidia. Με απλά λόγια, μια εταιρεία δίνει χρήματα στον πελάτη της για να αγοράσει το προϊόν της, ώστε στο τέλος του έτους να ανακοινώσουν και οι δύο ιστορικά ρεκόρ. Όταν όμως τα ίδια χρήματα αλλάζουν τσέπη δεν παράγεται πλούτος, παράγεται λογιστική.
Οφείλουμε ωστόσο να είμαστε δίκαιοι. Τα 600 δισεκατομμύρια ακούγονται ασύλληπτα, αντιστοιχούν όμως στο 2% της αμερικανικής οικονομίας. Οι Βρετανοί, στην κορύφωση της σιδηροδρομικής μανίας έριξαν στους σιδηροδρόμους το 8% της οικονομίας της αυτοκρατορίας. Η σημερινή υπερβολή είναι περίπου το ένα τέταρτο εκείνης που λύγισε τους Άγγλους. Ακόμα και στο χειρότερο σενάριο, η οικονομία μπορεί να πονέσει αλλά δεν θα καταστραφεί. Όποιος διατυμπανίζει το τέλος του κόσμου απλώς δεν έχει κάνει τις πράξεις.
Όμως υπάρχει και μια άλλη παράμετρος που προκαλεί προβληματισμό. Και αυτή δεν είναι το ύψος της δαπάνης αλλά οι περίεργες παρεμβάσεις. Η αμερικανική κυβέρνηση ανακατεύεται ολοένα και πιο συστηματικά στον κλάδο της Τεχνητής Νοημοσύνης με μέτρα στήριξης, ρυθμιστικές διευκολύνσεις και στοχευμένες πολιτικές προς συγκεκριμένες φιλικές ή συνεργάσιμες εταιρείες. Όταν όμως το κράτος διαλέγει νικητές, αναλαμβάνει έναν ρόλο που δεν του ανήκει γιατί απλούστατα δεν ξέρει πώς παίζεται. Είναι σαν να αναθέτεις σε έναν δήμαρχο να υποδείξει στους μηχανικούς πώς θα χτίσουν την γέφυρα. Η πρόθεση μπορεί να είναι αγαθή, όμως η τεχνογνωσία δεν αντικαθίσταται με καλές πολιτικές προθέσεις.
Δείτε τι συνέβη τη δεκαετία του 1980 με την “κοινωνικοποίηση” των προβληματικών επιχειρήσεων. Τι καταφέραμε; Αδειάσαμε τα ταμεία για να αγοράσουμε εταιρείες – φαντάσματα. Στη συνέχεια τις φουσκώσουμε με απεριόριστες προσλήψεις άχρηστου προσωπικού, τοποθετήσαμε διορισμένες διοικήσεις με πολιτικά πρόσωπα χωρίς καμία σχέση με την πραγματική οικονομία και τις κουβαλoύσαμε ζημιογόνες στην πλάτη του προϋπολογισμού για δεκαετίες. Μέχρι που δεν αντέξαμε άλλο και τις επιστρέψαμε στους “ιδιώτες”. Οι ονομασίες αλλάζουν, το πολιτικό θέατρο συνέχισε να κόβει εισιτήρια αλλά το τιμολόγιο έμεινε στο τραπέζι του φορολογούμενου. Για να το πληρώσει με φόρους και λιτότητα.
Ο ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΣ, Η ΓΛΩΣΣΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ
Το 1882 ο Έντισον φωτίζει τη Νέα Υόρκη με το πρώτο εργοστάσιο ηλεκτρικού ρεύματος. Και μετά, για 40 ολόκληρα χρόνια, δεν συμβαίνει τίποτε. Η παραγωγικότητα της αμερικανικής βιομηχανίας παραμένει στάσιμη. Η έκρηξη έρχεται μόλις τη δεκαετία του 1920.
Βλέπετε, το εργοστάσιο του 19ου αιώνα ήταν οργανωμένο γύρω από μια τεράστια ατμομηχανή που γύριζε έναν μακρύ μεταλλικό άξονα στην οροφή. Από τον άξονα κρέμονταν δερμάτινοι ιμάντες που κατέβαζαν την κίνηση σε κάθε μηχάνημα. Άρα τη θέση κάθε μηχανής δεν την όριζε η λογική της παραγωγής αλλά η γεωμετρία του άξονα. Όταν ήρθε το ρεύμα, οι εργοστασιάρχες έκαναν το προφανές. Πέταξαν την ατμομηχανή, έβαλαν στη θέση της έναν μεγάλο ηλεκτρικό κινητήρα και κράτησαν τον άξονα και τους ιμάντες. Άλλαξαν τη μηχανή, διατήρησαν το εργοστάσιο. Το κέρδος ήταν μηδενικό. Η μεγάλη αλλαγή ήρθε όταν κάποιοι σκέφτηκαν να ξηλώσουν τον άξονα και να βάλουν έναν μικρό κινητήρα μέσα σε κάθε μηχάνημα. Τότε μόνο οι μηχανές μπήκαν εκεί που τις ήθελε η ροή της δουλειάς και η παραγωγικότητα εκτοξεύτηκε. Η υστέρηση των σαράντα ετών δεν ήταν αποτυχία της τεχνολογίας. Ήταν ο χρόνος που χρειάστηκε η οικονομία για να ξεχάσει τον άξονα.
Εκεί ακριβώς βρισκόμαστε σήμερα: Οι επιχειρήσεις αγοράζουν τεχνητή νοημοσύνη και τη φυτεύουν μέσα σε διαδικασίες σχεδιασμένες αποκλειστικά για ανθρώπους. Αλλάζουν τη μηχανή, κρατούν τον άξονα.
Το φαινόμενο αποτυπώθηκε ανάγλυφα στην Klarna, τη σουηδική εταιρεία ψηφιακών πληρωμών. Στις αρχές του 2024 η διοίκηση ανακοίνωσε πανηγυρικά ότι το σύστημα τεχνητής νοημοσύνης έκανε τη δουλειά 700 υπαλλήλων. Έναν περίπου χρόνο αργότερα ο CEO παραδεχόταν δημόσια ότι η εταιρεία πήγε πολύ γρήγορα «πολύ μακριά» και ότι έψαχνε ξανά για ανθρώπους. Η μηχανή που απαντούσε άψογα στα τυποποιημένα αιτήματα κατέρρεε στις αμφισβητούμενες χρεώσεις και στις καταγγελίες για απάτη. Δηλαδή ακριβώς εκεί όπου ο πελάτης είναι ήδη οργισμένος και όπου μια ψυχρή, μηχανική απάντηση κοστίζει σε εμπιστοσύνη που είναι και το μοναδικό προϊόν που πουλάει ένας διαμεσολαβητής πληρωμών.
Ο ηλεκτρισμός όμως μας δίνει και το μέτρο του μεγέθους, και η σύγκριση γίνεται δυσάρεστη για όσους μιλούν με άνεση για τον «νέο ηλεκτρισμό». Ο ηλεκτρισμός έφερε το ψυγείο εξαφανίζοντας τις τροφικές δηλητηριάσεις. Έφερε τη λάμπα σβήνοντας τις πυρκαγιές από τις λυχνίες πετρελαίου. Έφερε το πλυντήριο και την ηλεκτρική σκούπα ανοίγοντας το δρόμο σε εκατομμύρια γυναίκες προς τη εργασία.
Στη δική μας γωνιά του πλανήτη, η ΔΕΗ ιδρύθηκε το 1950 και ο εξηλεκτρισμός της υπαίθρου χρειάστηκε δεκαετίες για να φτάσει στο τελευταίο χωριό. Ολόκληρη γενιά Ελλήνων θυμάται τη μέρα που ήρθε το ρεύμα στο χωριό ως τομή στη ζωή της. Θυμάται και το όνομα. Τον υπόγειο σιδηρόδρομο Αθηνών Πειραιώς τον λέμε ακόμη και σήμερα “Ηλεκτρικό” επειδή το 1904 που ηλεκτροδοτήθηκε το θαύμα δεν ήταν το τρένο αλλά το ρεύμα.
Πού είναι το ψυγείο της τεχνητής νοημοσύνης; Πέρα από το ότι παράγει γρηγορότερα και ενίοτε καλύτερα κείμενα, εικόνες και κώδικα, δεν έχει αλλάξει ακόμη τη δομή της καθημερινότητάς μας. Παραμένει μια ψηφιακή ευκολία που επιταχύνει ή διευκολύνει την υπάρχουσα εργασία χωρίς να δημιουργεί καινούργια χειροπιαστή πραγματικότητα. Όποιος τη βαφτίζει “νέο ηλεκτρισμό” οφείλει να μας δείξει πού είναι το ψυγείο της.
ΟΙ ΠΡΟΦΗΤΕΙΕΣ
Πριν πιστέψουμε μια ακόμη προφητεία καλό είναι να δούμε τι απέγιναν οι προηγούμενες.
Το 307 π.Χ. ο Δημήτριος ο Πολιορκητής ήθελε να ανοίξει τον Ισθμό. Οι Αιγύπτιοι μηχανικοί που κάλεσε τον διαβεβαίωσαν ότι η στάθμη του Κορινθιακού είναι υψηλότερη από εκείνη του Σαρωνικού, οπότε το κόψιμο του Ισθμού θα πλημμύριζε τον Σαρωνικό και θα βούλιαζε την Αίγινα. Ο Δημήτριος τους πίστεψε. Ήταν άλλωστε οι κορυφαίοι ειδικοί της εποχής. Το έργο πάγωσε για δύο χιλιάδες χρόνια εξαιτίας μιας λανθασμένης εκτίμησης ειδικών, οι οποίοι μιλούσαν με απόλυτη βεβαιότητα για κάτι που δεν είχαν καν τρόπο να μετρήσουν.
Το 2016 ο Τζέφρι Χίντον, από τους βασικούς αρχιτέκτονες της τεχνητής νοημοσύνης, πρότεινε δημόσια να σταματήσει η εκπαίδευση νέων ακτινολόγων, γιατί μέσα σε πέντε χρόνια οι υπολογιστές θα διάβαζαν τις εικόνες καλύτερα. Πέρασε η δεκαετία. Τα νοσοκομεία δεν διώχνουν ακτινολόγους. Αντίθετα, ψάχνουν να προσλάβουν περισσότερους. Ο Χίντον παρέλειψε να συνεκτιμήσει κάτι που δεν χωράει σε αριθμούς. Ένα λογισμικό δεν υπογράφει διάγνωση. Δεν δικάζεται για ιατρικό λάθος. Δεν χάνει άδεια ασκήσεως επαγγέλματος διότι δεν διαθέτει τέτοιο χαρτί. Η τεχνητή νοημοσύνη, αντί να καταργήσει τους ακτινολόγους, αύξησε τη ζήτηση για ακτινολόγους ικανούς να τη χειρίζονται. Ο Χίντον δεν έκανε λάθος στη φυσική του προβλήματος. Έκανε λάθος στη στάθμη των δύο θαλασσών.
Μένει το δυσάρεστο ερώτημα. Ποιος κερδίζει από τις υπερβολές; Δεν είναι τυχαίο ότι τις πιο τρομακτικές προβλέψεις για το τέλος της εργασίας τις επικοινωνούν εκείνοι που πουλούν τεχνητή νοημοσύνη. Όταν ο κατασκευαστής σού λέει ότι το προϊόν του είναι τόσο ισχυρό ώστε θα καταστρέψει τον κόσμο, δεν σε προειδοποιεί. Διαφημίζει το προϊόν του. Ο τρόμος και ο ενθουσιασμός είναι συνάδελφοι στο ίδιο τμήμα μάρκετινγκ.
Αν και όταν σκάσει η φούσκα, τη ζημιά δεν θα την πληρώσουν όσοι έγραψαν τα δελτία τύπου. Θα την πληρώσουν τα ασφαλιστικά ταμεία, τα αμοιβαία κεφάλαια και οι μικροί αποταμιευτές που δεν αγόρασαν ποτέ συνειδητά μετοχή τεχνολογίας, την αγόρασε όμως για λογαριασμό τους το ταμείο τους. Δηλαδή εμείς σαν τις υπηρέτριες του 1873 στο «Bella Grecia».
Η υποδομή όμως θα μείνει. Μετά την κατάρρευση των τηλεπικοινωνιών του 2000, οι εταιρείες που είχαν στρώσει εκατομμύρια χιλιόμετρα οπτικών ινών χρεοκόπησαν και οι μετοχές τους μηδενίστηκαν. Οι ίνες έμειναν στη γη. Πάνω σε αυτές τις ξεπουλημένες ίνες πατάει σήμερα ολόκληρο το διαδίκτυο του πλανήτη, μαζί με το βίντεο που βλέπετε στο κινητό σας. Το ίδιο θα συμβεί με τα Data Centers. Οι πρώτοι επενδυτές ίσως ματώσουν. Όμως η υποδομή που θα μείνει πίσω θα δουλεύει επί δεκαετίες.
Και η παραγωγικότητα θα ανέβει. Όχι όμως επειδή θα βελτιωθεί το επόμενο μοντέλο. Θα ανέβει όταν οι επιχειρήσεις καταλάβουν ότι δεν αρκεί να αγοράσεις ηλεκτρική μηχανή, πρέπει να ξηλώσεις και τον άξονα. Γιατί το εμπόδιο δεν ήταν ποτέ μόνο το τσιπ. Ήταν και θα παραμείνει το οργανόγραμμα.
For the Prince
Καλοκαίρι, 2026