Για τα Προσφυγικά της Λ. Αλεξάνδρας
Η εικόνα προφανώς είναι AI. Κάπως έτσι θα ήταν τα προσφυγικά αν κάποιο μαγικό χέρι τα επισκεύαζε. Να είναι καλά η τεχνητή νοημοσύνη που μας βοηθάει να φανταζόμαστε 🙂
Οκτώ τριώροφες πολυκατοικίες με 228 διαμερισματάκια, σε ένα οικόπεδο 14,5 στρεμμάτων ακριβώς απέναντι από το γήπεδο του Παναθηναϊκού στρωμένα παράλληλα στη Λεωφόρο. Η εξωτερική τους όψη κουβαλάει ακόμη ίχνη από τους όλμους και τα πολυβόλα του Δεκεμβρίου του 1944.
Στη μεσοπολεμική Ευρώπη χαιρετίστηκαν ως κορυφαίο πείραμα κοινωνικής κατοικίας. Η δικτατορία θέλησε να τα γκρεμίσει για να χτίσει δικαστικό μέγαρο. Η κυβέρνηση Σημίτη θέλησε να τα γκρεμίσει για να φτιάξει πάρκο πριν τους Ολυμπιακούς του 2004. Επιβίωσαν χάρη σε λίγες δεκάδες ιδιοκτήτες, μία απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας και τον διπλό χαρακτηρισμό τους σαν νεώτερα μνημεία από το Υπουργείο Πολιτισμού. Σήμερα στέκουν φθαρμένα εγκαταλελειμμένα ή κατειλημμένα ενώ η Περιφέρεια Αττικής επιχειρεί ένα έργο 12 εκατ. ευρώ που θα τα μετατρέψει σε κοινωνική κατοικία. Η ιστορία τους είναι μία μικρογραφία της σύγχρονης ελληνικής πολεοδομίας με όλα τα παράδοξα και τις αντιφάσεις της.
1 – Σφαίρες στους τοίχους. Δεκεμβριανά. Εμφύλιος.
Ξεκινάμε από την πιο εμβληματική εικόνα. Στις 17-18 Δεκεμβρίου 1944, στη διάρκεια των «Δεκεμβριανών» ο ΕΛΑΣ χρησιμοποίησαν τις πολυκατοικίες ως καταφύγιο και ορμητήριο. Από τις πλαγιές του Λυκαβηττού οι βρετανικές δυνάμεις επιτέθηκαν με όλμους και αυτόματα όπλα. Τα ίχνη των βλημάτων αποτυπώθηκαν στις εξωτερικές όψεις και παραμένουν ορατά μέχρι σήμερα. Σημειώνεται ότι τα γεγονότα αυτά είναι προγενέστερα του ελληνικού Εμφυλίου που ξεκίνησε το 1946. Τα Δεκεμβριανά αποτελούν τη σύγκρουση μεταξύ του ΕΑΜ μαζί με τον ΕΛΑΣ από τη μία πλευρά και των βρετανικών δυνάμεων μαζί με τις κυβερνητικές από την άλλη. Πρόκειται για μια σύγκρουση που πλήγωσε ανεπανόρθωτα τη μεταπολεμική πορεία της Ελλάδας.
Παρά τα πυρά, κανένα από τα οκτώ κτίρια δεν κατέρρευσε. Η κατασκευή είναι από οπλισμένο σκυρόδεμα, μελετημένη στο πνεύμα του γερμανικού και ολλανδικού λειτουργισμού του Μεσοπολέμου και της σχολής του Le Corbusier. Στις δημόσιες αναφορές το έργο εμφανίζεται συχνά ως «Bauhaus», ο όρος είναι ευρύς και ορισμένα στοιχεία δικαιολογούν αυτή τη χρήση, όμως η ακριβέστερη επιστημονική ένταξη θα ήταν στο ευρύτερο μοντέρνο κίνημα και ειδικότερα στην επιρροή του Le Corbusier. Ο λόγος είναι αυτοβιογραφικός. Ο ένας από τους δύο μελετητές, ο Κίμωνας Λάσκαρης είχε εργαστεί στο γραφείο του Le Corbusier στο Παρίσι. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1932, μπήκε στο Υπουργείο Πρόνοιας, και ξεκίνησε σειρά μελετών προσφυγικής κατοικίας, μεταξύ άλλων στην Κοκκινιά, στο Δουργούτι και στα προσφυγικά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας. Ο δεύτερος αρχιτέκτονας, ο Δημήτριος Κυριακούς ανήκε στην Τεχνική Υπηρεσία του ίδιου υπουργείου. Το έργο μοιράστηκε μεταξύ τους με συγκεκριμένο τρόπο. Ο Κυριακούς ανέλαβε τις πρώτες τέσσερις πολυκατοικίες (Α-Δ), ο Λάσκαρης τις επόμενες τέσσερις (Ε-Θ).
2 – Όταν η Λεωφόρος Αλεξάνδρας ήταν αμπελώνας
Λίγοι το γνωρίζουν, αλλά η Λεωφόρος Αλεξάνδρας δεν υπήρχε ως δρόμος μέχρι τη δεκαετία του 1870. Χαράχθηκε μεταξύ 1876 και 1878 από τον μηχανικό του Δήμου Αθηναίων Ιωάννη Γενήσαρλη με σκοπό να συνδέσει την Πατησίων με την Κηφισίας. Η χάραξη συνάντησε την αντίδραση του Νικολαΐδη, μεγαλοκτηματία της περιοχής γιατί ο δρόμος πέρναγε μέσα απ’ τα κτήματά του. Η περιοχή των Αμπελοκήπων, ανατολικά της οδού Πατησίων ήταν τότε εκτός σχεδίου. Κυριαρχούσαν κήποι και αμπελώνες, που τροφοδοτούσαν με νωπά φρούτα και λαχανικά την αθηναϊκή αγορά. Οι μόνιμες κατοικίες ήταν ελάχιστες.
Στις αρχές του 20ού αιώνα ο χώρος γέμισε σταδιακά με τα μεγάλα τοπόσημα της σύγχρονης ταυτότητας του. Οι Φυλακές Αβέρωφ, στο σημερινό οικόπεδο του Αρείου Πάγου. Το γήπεδο του Παναθηναϊκού στη βόρεια πλευρά της λεωφόρου, από το 1922. Πολύ αργότερα, η Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής. Πριν την ανέγερση των πολυκατοικιών στην απέναντι πλευρά, υπήρχε ήδη οργανωμένος προσφυγικός συνοικισμός γνωστός σαν «Συνοικισμός Κουντουριώτη» που αποτελούσε ένα πρώτο στρώμα προσφυγικής εγκατάστασης στην περιοχή.
3 –Η μάχη για το οικόπεδο: Πρόσφυγες εναντίον Παναθηναϊκού
Πριν φτάσουμε στις πολυκατοικίες υπήρξε μία σύγκρουση χρήσεων που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή. Από το 1922 οι παράγοντες (αλλά και οι οπαδοί!) του Παναθηναϊκού διεκδικούσαν την έκταση για επέκταση του γηπέδου τους. Ταυτόχρονα, στον ίδιο χώρο, είχαν ήδη εγκατασταθεί πρόσφυγες από τη Μικρασία σε αυτοσχέδιες παράγκες. Οι συγκρούσεις μεταξύ οπαδών και προσφύγων ήταν συχνές και σφοδρές. Οι πρώτοι έβλεπαν την πιθανότητα να χάσουν το σπίτι τους, οι δεύτεροι το όνειρο ενός σύγχρονου σταδίου.
Η λύση δόθηκε με το προεδρικό διάταγμα του 1923, η έκταση απαλλοτριώθηκε για την ανέγερση προσφυγικών κατοικιών, η σύγκρουση επιλύθηκε, αλλά μετά… τίποτα. Από την απαλλοτρίωση του 1923 έως την έναρξη της ανέγερσης μεσολάβησαν 11 ολόκληρα χρόνια στη διάρκεια των οποίων οι παράγκες παρέμειναν στο έλεος του αέρα, του καύσωνα και της βροχής. Ο Δήμος Αθηναίων, για να δώσει ένα τέλος στην μάχη Παναθηναϊκού vs Προσφύγων μεσολάβησε δίνοντας γειτονικό οικόπεδο στον Παναθηναϊκό για το γήπεδο στην απέναντι πλευρά της λεωφόρου. Η μάχη που άρχισε σαν αθλητικό αίτημα, κατέληξε σε δύο διακριτές χρήσεις απέναντι η μία από την άλλη, που εξακολουθούν να συνυπάρχουν μέχρι σήμερα, 90 χρόνια μετά.
4 – Τα 228 διαμερίσματα των 50 τετραγωνικών. Το πείραμα που χαιρέτησε ο CIAM
Τελικά, η ανέγερση ξεκίνησε το 1933 και ολοκληρώθηκε το 1935 με μέριμνα του Ελληνικού Δημοσίου. Η σύνθεση είναι αυστηρά λειτουργική. Οκτώ ορθογώνια τριώροφα κτίρια, διατεταγμένα σε σειρές με τη μεγάλη πλευρά τους παράλληλη στη Λεωφόρο και ελεύθερους μεταξύ τους ακαλύπτους χώρους. Η τυπολογία είναι η περίφημη Zeilenbau του γερμανικού και ολλανδικού μοντερνισμού με χαρακτηριστικό την κίνηση αέρα και φωτός μέσα από όλους τους χώρους και την κατάργηση της εσωτερικής αυλής της παραδοσιακής αστικής πολυκατοικίας.
Κάθε διαμέρισμα είναι μικρό, εμβαδού περίπου 50 έως 55 τ.μ., αυτοδύναμο, με ένα καθιστικό, ένα υπνοδωμάτιο, κουζίνα και μικρό λουτρό. Σε κάθε πολυκατοικία υπάρχουν κοινόχρηστοι χώροι, πλυσταριά, ταράτσες και κλιμακοστάσια. Η κάτοψη αυτή ενσαρκώνει το Existenzminimum, τη θεωρητική κατεύθυνση που είχε διατυπώσει το CIAM II το 1929 στη Φραγκφούρτη. Μια μικρή, ποιοτική και λειτουργική κατοικία προσιτή σε εργατικές οικογένειες χαμηλού εισοδήματος.
Από τεχνική άποψη, ο σκελετός είναι από οπλισμένο σκυρόδεμα. Οι όψεις είναι λιτές, χωρίς διακοσμητικά στοιχεία και προεξοχές. Οι μελετητές επέλεξαν προσεκτικά τα υλικά με αποτέλεσμα τα κτίρια να εμφανίζουν – σύμφωνα με μεταγενέστερες αξιολογήσεις – σημαντική θερμομόνωση παρά τη χαμηλή κατασκευαστική δαπάνη. Πάνω από εννενήντα έτη μετά την αποπεράτωσή τους και παρά τη πολυετή εγκατάλειψή τους, τα κτίρια δεν έχουν δομικά προβλήματα. Η ποιότητα της αρχικής μελέτης αποδείχθηκε καθοριστική για την επιβίωσή τους.
Στο 4ο Συνέδριο της Διεθνούς Νεώτερης Αρχιτεκτονικής (CIAM IV), που διεξήχθη το 1933 πάνω στο πλοίο SS Patris II στη διαδρομή Μασσαλίας-Αθήνας-Μασσαλίας και κατέληξε στις διατυπώσεις που έγιναν γνωστές αργότερα ως «Χάρτα των Αθηνών», χαιρετίστηκε η πρωτοβουλία ανέγερσης κοινωνικής κατοικίας στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας.
Στο σύνολο των 228 διαμερισμάτων εγκαταστάθηκαν, μετά από κλήρωση και με ευνοϊκούς όρους αγοράς, οικογένειες προσφύγων από τη Μικρά Ασία, τον Πόντο και την Ανατολική Θράκη. Ο αρχιτέκτονας Δημήτρης Ευταξιόπουλος, σήμερα καθηγητής Αρχιτεκτονικής στο ΕΜΠ, γεννήθηκε το 1955 σε ένα από αυτά τα διαμερίσματα, του οποίου η γιαγιά του, πρόσφυγας από τον Πόντο, ήταν μία από τις τυχερές που κληρώθηκαν για να το αγοράσουν από το κράτος.
5 – Από κορυφαίο πείραμα κοινωνικής κατοικίας σε νησίδα εγκατάλειψης
Από τη δεκαετία του 1960 ξεκινάει σταδιακή αποξένωση. Οι αρχικοί δικαιούχοι, ως ιδιοκτήτες πλέον, μεταβιβάζουν τα διαμερίσματα σε κληρονόμους που δεν είναι κατ’ ανάγκη χρήστες. Σημαντικό μέρος των διαμερισμάτων είχε ήδη παραμείνει στην κυριότητα του Δημοσίου και η σταδιακή εκκένωσή τους δεν συνοδεύτηκε από νέα διάθεση. Ουσιαστικά, συσσωρεύθηκαν κενά διαμερίσματα σε ένα συγκρότημα μερικώς κατοικημένο.
Παράλληλα, ο αστικός ιστός των Αμπελοκήπων πυκνώνει. Γύρω από το συγκρότημα οικοδομούνται αστικές πολυκατοικίες που σταδιακά αποκρύπτουν την οπτική του κτιριακού συγκροτήματος μετατρέποντάς το σε «νησίδα» μέσα στον πυκνό αστικό ιστό. Η σταδιακή απαξίωση γίνεται ορατή ενώ η αρχική τυπολογία υπόκειται σε αυθαίρετες τροποποιήσεις: ενοποιήσεις διαμερισμάτων, μετατόπιση εσωτερικών τοίχων, μεταβολές στις όψεις κ.λπ. Η εγκατάλειψη είναι εμφανής.
6 – Η Χούντα εδώ ήθελε το δικαστικό μέγαρο
Λίγοι γνωρίζουν ότι κατά τη διάρκεια της δικτατορίας 1967-1974 εκδόθηκε υπουργική απόφαση για την απομάκρυνση των εναπομεινάντων κατοίκων και την κατεδάφιση των κτιρίων με στόχο την ανέγερση δικαστικού μεγάρου. Η απόφαση δεν υλοποιήθηκε καθώς η πτώση της χούντας πρόλαβε την εκτέλεση του σχεδίου. Όμως η ιδέα της κατεδάφισης είχε για πρώτη φορά λάβει επίσημη μορφή. Δημιουργήθηκε προηγούμενο το οποίο θα επανέλθει αργότερα δύο φορές αλλά με διαφορετική πρόθεση.
Η δεύτερη πρόταση κατεδάφισης ήρθε στη δεκαετία του 1990. Συζητήθηκε το γκρέμισμα των έξι από τις οκτώ πολυκατοικίες αφήνοντας δύο ως αρχιτεκτονικά δείγματα, σαν ένα είδος μνημειακού «δείγματος».
Η τρίτη πρόταση συνέπεσε με την περίοδο προετοιμασίας των Ολυμπιακών Αγώνων. Στο τέλος της δεκαετίας του 1990, η ελληνική κυβέρνηση εξήγγειλε ολική κατεδάφιση των οκτώ κτιρίων με στόχο τη δημιουργία πάρκου αναψυχής σε ένα από τα ελάχιστα ελεύθερα δημόσια οικόπεδα του κέντρου. Η εξαγγελία ήταν συνδεδεμένη με τη ρητορική της «αναμόρφωσης της εικόνας της πόλης» προ Ολυμπιακών.
Σε αυτό το σημείο, στη οικονομική ευρωστία της Αθήνας του 2000 και με την υποστήριξη του τότε αθλητικού περιβάλλοντος η μοίρα των κτιρίων έμοιαζε να έχει κριθεί. Όμως δεν είχε.
7 – Η Μάχη των 51
Από τα 228 διαμερίσματα, μέχρι το 2000 το Ελληνικό Δημόσιο είχε αποκτήσει, μέσα από συναλλαγές και αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, 177. Τα υπόλοιπα 51 παρέμεναν ιδιωτικά και κατέληξαν σε κληρονόμους των αρχικών δικαιούχων προσφύγων. Όταν εξαγγέλθηκε η ολική κατεδάφιση αυτοί οι ιδιοκτήτες οργάνωσαν αυτό που μετέπειτα έμεινε γνωστό ως «Μάχη των 51». Εκστρατείες ενημέρωσης, δικαστικές αγωγές, συμμαχίες με κατοίκους των Αμπελοκήπων και με ακαδημαϊκούς της Αρχιτεκτονικής του ΕΜΠ. Η κινητοποίηση επεκτάθηκε στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας, και κατέληξε σε ακυρωτικές προσφυγές στο Συμβούλιο της Επικρατείας.
Η κινητοποίηση πέτυχε το στόχο της. Η πρώτη απόφαση χαρακτηρισμού, για δύο από τις οκτώ πολυκατοικίες, δημοσιεύτηκε το 2003. Στα τέλη Νοεμβρίου 2008, μετά από εισήγηση του Κεντρικού Συμβουλίου Νεωτέρων Μνημείων, χαρακτηρίστηκαν διατηρητέες και οι υπόλοιπες έξι. Η σχετική Υπουργική Απόφαση δημοσιεύτηκε το 2009. Με την ολοκλήρωση αυτής της δεύτερης φάσης, και τα οκτώ κτίρια προστατεύονται με τον νόμο 3028/2002 σαν νεότερα μνημεία. Η αιτιολογική βάση είναι τετραπλή: ιστορική, πολιτισμική, κοινωνικοπολιτική και αρχιτεκτονική, με ρητή αναφορά στην ένταξή του συγκροτήματος στην αρχιτεκτονική του μοντέρνου κινήματος και στη σπανιότητά του ως «ελάχιστα σωζόμενο συγκρότημα κοινωνικής κατοικίας της μεσοπολεμικής περιόδου».
Σημειώνεται ότι, σε αντίθεση με αναφορές που εμφανίζονται κατά καιρούς, ο χαρακτηρισμός των κτιρίων δεν προήλθε από αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας. Προήλθε από Υπουργικές Αποφάσεις του Υπουργείου Πολιτισμού. Το ΣτΕ ενεπλάκη αργότερα με την υπόθεση του ΤΑΙΠΕΔ. Επιπλέον, αρμόδιο όργανο για τη γνωμοδότηση επί νεώτερων μνημείων είναι το ΚΣΝΜ και όχι το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο (ΚΑΣ) παρά τη συχνή σύγχυση των δύο οργάνων σε δημοσιεύματα.
8 – Διατηρητέα στα λόγια. Χωρίς πρόγραμμα στην πράξη
Εδώ ακριβώς αρχίζει το δεύτερο μέρος της παράδοξης ιστορίας. Ο χαρακτηρισμός ενός κτιρίου ως μνημείου σύμφωνα με τον νόμο 3028/2002 δημιουργεί υποχρέωση διατήρησης, αλλά όχι αυτόματη χρηματοδότηση, ούτε πρόγραμμα αποκατάστασης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο χαρακτηρισμός λειτούργησε απλά σαν εμπόδιο έναντι της κατεδάφισης, αλλά δεν συνοδεύθηκε από κάποιο πρόγραμμα για την συντήρηση, την επανάχρηση και την διαχείρισή τους.
Η συνέπεια ήταν μηχανιστική. Η ασάφεια για το μέλλον των κτιρίων οδήγησε τους εναπομείναντες ιδιοκτήτες στο να αποφύγουν δαπανηρές εργασίες συντήρησης σε ακίνητα αβέβαιης τύχης. Η Διεύθυνση Νεώτερης και Σύγχρονης Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς του ΥΠΠΟ δεν διέθετε ούτε τα μέσα ούτε την αρμοδιότητα να επιβάλλει πρόγραμμα συντήρησης σε ιδιοκτησίες μικτής κυριότητας. Ο Δήμος Αθηναίων δεν έχει αρμοδιότητα πάνω σε κτίρια που δεν του ανήκουν. Το αποτέλεσμα είναι να έχουμε ένα συγκρότημα νομικά προστατευμένο και στην πραγματικότητα εγκαταλελειμμένο.
Στο κενό αυτό εγκαταστάθηκαν διαδοχικά διαφορετικές ομάδες. Από το 2003 αντιεξουσιαστικές συλλογικότητες που πραγματοποίησαν τις πρώτες οργανωμένες καταλήψεις στέγης στα κενά διαμερίσματα του Δημοσίου. Από το 2009 η κατάσταση μετασχηματίζεται. Η κατάληψη αποκτά χαρακτηριστικά αυτοοργανωμένης κοινότητας με συμμετοχή προσφύγων, οικονομικών μεταναστών, αστέγων και χαμηλόμισθων. Δημιουργούνται δομές συλλογικής λειτουργίας, κουζίνα, φούρνος, παιδικό στέκι, δομή υγείας κ.λπ. Το 2011 σχηματίζεται η Ανοιχτή Συνέλευση Κοινότητας Προσφύγων Αλεξάνδρας και αργότερα η Συνέλευση Προσφυγικών. Σήμερα διαβιούν περίπου 400 άτομα στα κτίρια χωρίς γνωστούς τίτλους κυριότητας.
9 – ΤΑΙΠΕΔ, Περιφέρεια Αττικής και ένας Δήμος που χάνει στο ΣτΕ
Από το 2014 και μετά, ξεκινά μία ιδιοκτησιακή περιπέτεια που μπερδεύει ακόμη και τους ειδικούς. Παρακολουθήστε τις χρονολογίες, είναι κρίσιμες:
Πρώτη πράξη, 2014. Με Απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων που δημοσιεύτηκε το 2014, μεταβιβάζονται χωρίς αντάλλαγμα τα 137 από τα 228 διαμερίσματα στο Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ). Αυτή η πράξη προκαλεί την αντίδραση του Δήμου Αθηναίων ο οποίος υποστηρίζει ότι η έκταση είχε παραχωρηθεί δωρεάν στο Δημόσιο με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου τον Απρίλιο του 1940 και επομένως ο Δήμος θεωρεί ότι διατηρεί δικαιώματα. Ο Δήμος προσφεύγει στο Δ’ Τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας ζητώντας ακύρωση της μεταβίβασης.
Δεύτερη πράξη, 2016. Πριν καθαρογραφεί η απόφαση του ΣτΕ, με το νόμο 4414/2016, τα 177 από τα 228 διαμερίσματα μεταβιβάζονται από την ΕΤΑΔ Α.Ε. (θυγατρική του ΤΑΙΠΕΔ) στην Περιφέρεια Αττικής, χωρίς αντάλλαγμα και κατά πλήρη κυριότητα. Παρατηρήστε τον αριθμό. 177, που σημαίνει ότι η Περιφέρεια απέκτησε 40 διαμερίσματα επιπλέον από τα 137 του ΤΑΙΠΕΔ. Αυτά τα 40 που πιθανώς να προέρχονταν από άλλα δημόσια ταμεία ή υπηρεσίες, τελικά ενσωματώθηκαν στη μεταβίβαση και απαρτίζουν συνολικά τα 177 της Περιφέρειας. Τα υπόλοιπα 51 παραμένουν ιδιωτικά στα χέρια των κληρονόμων των αρχικών προσφύγων δικαιούχων.
Τρίτη πράξη, 2018. Η απόφαση ΣτΕ Δ’ Τμ. 507/2018 απορρίπτει την αίτηση ακύρωσης του Δήμου Αθηναίων κατά της πράξης του 2014. Κρίνει ότι η μεταβίβαση των 137 διαμερισμάτων στο ΤΑΙΠΕΔ είναι νόμιμη και συνταγματική εφόσον δεν εγκρίνεται καμία επέμβαση στα κτίρια και δεν αποχαρακτηρίζονται από νεότερα μνημεία. Η απόφαση παραπέμπει τις αμφισβητήσεις περί κυριότητας στα πολιτικά δικαστήρια. Σημαντική παρατήρηση, στους διαδίκους αναγνωρίζεται ότι ο περιβάλλων χώρος ανήκει στον Δήμο, στοιχείο που εξακολουθεί σήμερα να παραμένει ανοιχτό ζήτημα για κάθε προσπάθεια ολοκληρωμένης πολεοδομικής αναβάθμισης.
10 – Τα 12 εκατομμύρια ευρώ, οι 400 άνθρωποι και το 1 ερώτημα
Ερχόμαστε στη σημερινή φάση. Τον Ιούνιο του 2025 με απόφαση της Περιφερειακής Επιτροπής Αττικής υπογράφεται η Προγραμματική Σύμβαση μεταξύ της Περιφέρειας Αττικής, του Υπουργείου Πολιτισμού και της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης (https://www.dypa.gov.gr/) για το έργο «Αποκατάσταση τεσσάρων Προσφυγικών Πολυκατοικιών στη Λ. Αλεξάνδρας προς χρήση κοινωνικής κατοικίας». Η χρηματοδότηση, ύψους περίπου 12 εκατ. ευρώ, βαρύνει τη Δ.ΥΠ.Α. και αφορά αποκατάσταση 108 διαμερισμάτων στις τέσσερις πρώτες πολυκατοικίες. Η μελέτη βασίζεται σε σχέδιο της Ανάπλασης Αθήνας Α.Ε. που είχε εκπονηθεί από το 2019 με χρηματοδότηση των Ελληνικών Πετρελαίων (ΕΛΠΕ), ενώ το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων είχε ομόφωνα εγκρίνει τη μελέτη αποκατάστασης το ίδιο έτος.
Η διαγωνιστική διαδικασία τοποθετήθηκε στο Α’ τρίμηνο του 2026, με ορίζοντα ολοκλήρωσης το 2028. Οι σχεδιαζόμενες χρήσεις είναι πολλαπλές. Διαθέσιμη στέγη για ευάλωτους πολίτες ως κοινωνική κατοικία. Ξενώνες για συνοδούς ασθενών του γειτονικού Νοσοκομείου «Άγιος Σάββας». Μουσειακή έκθεση Μικρασιατικής μνήμης, που θα επιτρέπει στους επισκέπτες να περπατήσουν στο εσωτερικό μίας από τις πολυκατοικίες ως έχει.
Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε εκ νέου σύγκρουση. Η Κοινότητα Κατειλημμένων Προσφυγικών αντιτίθεται στο σχέδιο, υποστηρίζοντας ότι το πραγματικό περιεχόμενο του έργου είναι η εκκένωση των σημερινών κατοίκων. Η Κοινότητα ισχυρίζεται ότι έχει εκπονήσει αυτοτελή μελέτη συντήρησης και αποκατάστασης σε συνεργασία με αρχιτέκτονες, πολιτικούς μηχανικούς και καθηγητές του ΕΜΠ και ζητά καθεστώς αυτονομίας και αναγνώρισης. H Περιφέρεια Αττικής δεν έχει δεσμευθεί ότι τα κτίρια δεν πρόκειται να εμπορευματοποιηθούν, να γκρεμιστούν ή να εγκαταλειφθούν και ότι προβλέπεται μετεγκατάσταση των σημερινών διαμενόντων σε κατάλληλες δομές, με ένταξη στους νέους χώρους κοινωνικής κατοικίας υπό προϋποθέσεις. Σε ερωτήσεις για ενδεχόμενη εκκένωση, η Περιφέρεια επισημαίνει ότι κάτι τέτοιο εμπίπτει στις αρμοδιότητες των Υπουργείων Δικαιοσύνης και Προστασίας του Πολίτη και όχι της τοπικής αυτοδιοίκησης. Ο Δήμος Αθηναίων με ψήφισμα του 2026 ζήτησε ενεργό ρόλο στη διαβούλευση, αποσαφήνιση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος και μη προσφυγή σε διαδικασίες εξώσεων πριν την ολοκλήρωση του σχεδιασμού.
11 – Πολεοδομική διάγνωση. Πέντε αιτίες, ένα αποτέλεσμα
Η σημερινή εικόνα φθοράς του συγκροτήματος δεν είναι αποτέλεσμα φυσικής γήρανσης. Είναι συνισταμένη πέντε αλληλοσυνδεόμενων παραγόντων.
Πρώτος παράγοντας: Ένας αρχιτεκτονικός σχεδιασμός που από κατασκευής προοριζόταν για μικρές, χαμηλού κόστους, μεσοπολεμικές μονάδες, χωρίς πρόβλεψη μηχανισμού συντήρησης σε βάθος χρόνου και χωρίς μεταγενέστερη ένταξη σε σχήμα συντονισμένης διαχείρισης κοινωνικής κατοικίας αντίστοιχο με εκείνα που εφαρμόστηκαν στη Δυτική Ευρώπη τη μεταπολεμική περίοδο.
Δεύτερος παράγοντας: Η ιδιοκτησιακή κατάτμηση. Από τη δεκαετία του 1960 το συγκρότημα μετατράπηκε από ομοιογενές σύνολο κρατικής στεγαστικής πολιτικής σε μωσαϊκό ιδιωτικών και δημοσίων κυριοτήτων χωρίς συντονισμό. Η αδυναμία ενιαίας απόφασης για κάθε διαμέρισμα ή κάθε πολυκατοικία λειτούργησε ανασταλτικά για οποιαδήποτε προσπάθεια ολοκληρωμένης επέμβασης.
Τρίτος παράγοντας: Η μακρόχρονη απειλή κατεδάφισης. Από τη δικτατορία ως τη δεκαετία του 1990 και έως την έκδοση της δεύτερης απόφασης χαρακτηρισμού το 2009, οι ιδιοκτήτες ζούσαν σε καθεστώς μόνιμης αβεβαιότητας ως προς το αν τα ακίνητά τους θα κατεδαφίζονταν με ή χωρίς αποζημίωση. Στη βιβλιογραφία της πολεοδομίας η αβεβαιότητα είναι αναγνωρισμένος επιταχυντής φθοράς καθώς αφαιρεί κάθε κίνητρο για επένδυσης σε συντήρηση ή επισκευή.
Τέταρτος παράγοντας: Ο χαρακτηρισμός ως νεότερου μνημείου χωρίς πρόγραμμα αποκατάστασης. Από το 2009 και εφεξής, τα κτίρια προστατεύονται αλλά δεν χρηματοδοτούνται. Συνεπώς, κάθε επέμβαση υπόκειται σε έγκριση της αρμόδιας Διεύθυνσης του ΥΠΠΟ. Στοιχείο που – ελλείψει χρηματοδοτικού μηχανισμού – τελικά επιβραδύνει αντί να επιταχύνει την αποκατάσταση.
Πέμπτος παράγοντας: Η μετατροπή του συγκροτήματος σε πεδίο πολιτικής διαμάχης και κοινωνικής διεκδίκησης. Από το 2003 η μερική κατάληψη, και από το 2009 η οργανωμένη αυτοοργάνωση, μεταβάλλουν τη φύση της υπόθεσης από αμιγώς πολεοδομική σε πολυπαραγοντική. Η συνθήκη αυτή κάνει κάθε εκτελεστική απόφαση πολιτικά κοστοβόρα και διαδικαστικά χρονοβόρα.
Από τη σκοπιά του μηχανικού, η περίπτωση αναδεικνύει μία γενικότερη παθογένεια του ελληνικού πλαισίου προστασίας της νεώτερης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, την απόσταση μεταξύ της κήρυξης ενός κτιρίου ή ενός συνόλου ως μνημείου – δηλαδή διοικητική πράξη μηδενικού κόστους – και της εκτέλεσης πραγματικού προγράμματος αποκατάστασης και επανάχρησης, κάτι που προϋποθέτει συντονισμό φορέων, χρηματοδότηση και πολιτική βούληση. Η Σύμβαση της Γρανάδας (1985), που έχει κυρωθεί από την Ελλάδα με νόμο από το 1992, ο νόμος 3028 του 2002 και τα άρθρα 24 και 17 του Συντάγματος παρέχουν επαρκή νομική βάση. Ωστόσο, το εφαρμοστικό κενό παραμένει.
Η ιδιαιτερότητα της Λεωφόρου Αλεξάνδρας έγκειται στη χρονική κλίμακα. Από τον πρώτο χαρακτηρισμό (2003) έως την πρώτη υλοποιήσιμη προγραμματική σύμβαση (2025) μεσολάβησαν 22 έτη. Μέχρι την πραγματική παράδοση των αποκατεστημένων διαμερισμάτων με ορίζοντα το 2028 αναμένονται 25 έτη.
Σε αυτό το διάστημα, το συγκρότημα φιλοξενεί παράλληλα τους κληρονόμους των αρχικών δικαιούχων, την αυτο-οργανωμένη κοινότητα και τον τόπο μνήμης. Η σημερινή «άθλια κατάσταση» δεν είναι παρά η ορατή έκφραση αυτής της θεσμικής στασιμότητας.
12 – Επίλογος. Ποιος είναι ο πραγματικός νικητής;
Στην Αθήνα, που έχει χάσει αμέτρητα δείγματα της μεσοπολεμικής αρχιτεκτονικής της μέσα από ανεξέλεγκτη κατεδάφιση ιδιοκτησίας από ιδιοκτησία, τα Προσφυγικά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας έχουν επιβιώσει. Επιβίωσαν παρά τη χούντα, παρά τους Ολυμπιακούς, παρά την εγκατάλειψη, παρά την κατάληψη και παρά την ιδιοκτησιακή σύγχυση. Επιβίωσαν χάρη στο οπλισμένο σκυρόδεμα του Λάσκαρη και του Κυριακούς, στη Μάχη των 51, στο ΚΣΝΜ, στις δικαστικές προσφυγές, στους ακαδημαϊκούς του ΕΜΠ και στους ίδιους τους κατοίκους, αρχικούς και νεότερους. Επιβίωσαν επειδή κάποιοι, δεκαετίες πριν φτιάξουμε το θεσμικό πλαίσιο προστασίας τους, αντελήφθησαν ότι ένα κτίριο μπορεί να φέρει ταυτόχρονα ιστορία, αρχιτεκτονική αξία και κοινωνική λειτουργία.
Το ερώτημα που μένει είναι απλό: Θα καταφέρει η ελληνική διοίκηση να μετατρέψει τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας σε υπόδειγμα συντονισμού φορέων για την προστασία της νεώτερης κληρονομιάς και της ποιότητας του δομημένου περιβάλλοντος (όπως επιβάλλει – αν μη τί άλλο – το Σύνταγμα) ή θα παραμείνει ένα μνημείο απόστασης μεταξύ ΦΕΚ και πραγματικότητας;
Η απάντηση θα δοθεί τα επόμενα χρόνια. Αναμένουμε.
For the Prince
Άνοιξη 2026



