Gaslighting. Μια λέξη που εύκολα την πετάς και δύσκολα τη μαζεύεις

Στα ελληνικά, gaslighting θα λέγαμε ότι είναι η διαστρέβλωση της πραγματικότητας, ο αποπροσανατολισμός του άλλου με σκοπό τον έλεγχό του. Κάτι που γίνεται επίτηδες, συστηματικά και τα ίχνη που αφήνει είναι βαθύτερα από τις λέξεις.
Από πού ξεκίνησε;
Το 1938 ο Patrick Hamilton έγραψε ένα θεατρικό με τίτλο «Gas Light». Η υπόθεση έχει την απλότητα ενός παραμυθιού και τη σκληρότητα μιας παγίδας. Στη Βικτωριανή εποχή, χωρίς ηλεκτρικό, ένας σύζυγος αποφασίζει να τρελάνει τη γυναίκα του. Χαμηλώνει συστηματικά και καθημερινά, λίγο – λίγο την φωτεινότητα (light) στις λυχνίες, κόβοντας αργά την παροχή αερίου (gas). Το σπίτι σκοτεινιάζει. Όταν εκείνη αρχίζει να το παρατηρεί, αυτός το αρνείται. Εκείνη βλέπει αυτό που βλέπει. Εκείνος παριστάνει ότι τίποτα δεν άλλαξε. Μετά από καιρό, η γυναίκα δεν εμπιστεύεται πλέον τα ίδια της τα μάτια. Ο στόχος επετεύχθη.
Αργότερα, στις δεκαετίες του 1970 και 1980, ο όρος πέρασε στην κλινική ψυχολογία. Το 2007 η ψυχοθεραπεύτρια Robin Stern δημοσίευσε το βιβλίο «The Gaslight Effect» και τον έφερε μπροστά σε ανθρώπους που δεν είχαν ιδέα πως η εσκεμμένη σκοτεινιά είχε όνομα: Gaslight. Το 2022, το λεξικό Merriam-Webster τον ανακήρυξε λέξη της χρονιάς. Σήμερα τον συναντάς παντού. Σε podcast, σε σχόλια στο Instagram, σε καβγάδες μεταξύ φίλων, σε πολιτικές αναλύσεις. Σαν λέξη βαλίτσα που χωράει τα πάντα.
Αυτή η διάδοση δεν είναι καθόλου αθώα
Ο μηχανισμός του gaslighting είναι υπαρκτός και βαρύς. Συμβαίνει όταν κάποιος αρνείται συστηματικά γεγονότα που ξέρει πολύ καλά ότι συνέβησαν, με μοναδικό στόχο να αναγκάσει τον άλλο να χάσει την εμπιστοσύνη στην κρίση του. Να τον κάνει ξένο μέσα στη δική του ζωή. Συμβαίνει σε σχέσεις, σε οικογένειες, σε εργασιακά περιβάλλοντα. Στη Βρετανία, εδώ και δέκα χρόνια, αποτελεί ποινικό αδίκημα στα πλαίσια της ενδοοικογενειακής βίας. Κανένας λοιπόν δεν αμφισβητεί το φαινόμενο.
Όμως το πρόβλημα δεν είναι ποτέ ο ορισμός. Είναι η χρήση.
Παράδειγμα. Μια γυναίκα λέει στον σύντροφό της ότι χθες βράδυ ήσουν ψυχρός και επιθετικός. Εκείνος απαντά ότι ήταν κουρασμένος, ότι δεν ήθελε να την πληγώσει, ότι αντέδρασε υπερβολικά. Αυτό είναι gaslighting;
Η απάντηση κρύβεται σε ένα μέρος όπου κανένας τρίτος δεν φτάνει: στο τι ήξερε ο άνδρας για τον εαυτό του εκείνη τη στιγμή. Αν ήταν πράγματι κουρασμένος και απαντούσε ειλικρινά, δεν υπάρχει gaslighting. Αν είχε καταλάβει ότι ήταν επιθετικός και το αρνείται εσκεμμένα, τότε μάλλον ναι. Αλλά υπάρχει και μια τρίτη εκδοχή, η πιο συνηθισμένη και η πιο ανθρώπινη: ήταν κουρασμένος, ίσως λιγότερο απ’ όσο νόμιζε, αλλά τον απασχολούσαν ταυτόχρονα πράγματα που δεν τα είχε ξεκαθαρίσει ακόμα ούτε μέσα του. Η κούραση του φάνηκε αβάσταχτη επειδή ήταν η μόνη λέξη που βρήκε. Όταν η γυναίκα του τον εγκάλεσε, αντέδρασε νιώθοντας αδικημένος. Δεν είχε ακόμα επίγνωση του τι ακριβώς του συνέβαινε, αλλά δεν της είπε ψέματα, δεν ήθελε να την ελέγξει. Απλά δεν γνώριζε τον εαυτό του αρκετά καλά εκείνη τη στιγμή. Σε αυτή την εκδοχή δεν υπάρχει ψέμα. Δεν υπάρχει πρόθεση. Η κατηγορία περί gaslighting δεν στέκει. Είναι απλά άδικη.
Τέσσερα πράγματα που πρέπει να ισχύουν ταυτόχρονα για να πεις τη λέξη
Πρώτον, πρέπει να υπάρχει πρόθεση. Ο άλλος πρέπει να ξέρει την αλήθεια και να την αποκρύπτει συνειδητά. Όχι να είναι μπερδεμένος, ούτε αφηρημένος, ούτε να έχει κακή μνήμη. Η άγνοια δεν είναι χειραγώγηση.
Δεύτερον, πρέπει να υπάρχει σκοπός. Ο άλλος δεν αρνείται για να αποφύγει μια δύσκολη κουβέντα. Έχει στοχοποιήσει κάποιον και αρνείται τα πάντα για να τον κλονίσει, να τον κάνει να αμφιβάλλει για τα ίδια του τα μάτια. Η δειλία δεν είναι χειραγώγηση.
Τρίτον, πρέπει να υπάρχει επανάληψη. Μία φορά δεν κάνει gaslighting. Μία φορά μπορεί να είναι ψέμα, δειλία ή μια κακή στιγμή. Ο μηχανισμός λειτουργεί μόνο σε βάθος χρόνου, εκμεταλλευόμενος κάτι ιερό: την εμπιστοσύνη που χτίζεται αργά στις στενές σχέσεις.
Τέταρτον, πρέπει στο τέλος να προκύπτει βλάβη. Πραγματική ψυχολογική ζημιά, συνδεδεμένη με αυτή τη συγκεκριμένη συμπεριφορά, και όχι θαμμένη κάτω από δέκα άσχετους παράγοντες.
Αν λείπει έστω ένα από τα τέσσερα, η λέξη δεν χωράει. Κι αν τη βάλεις εκεί που δεν χωράει, δεν περιγράφεις τίποτα. Απλά κατηγορείς.
Και εδώ τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο δύσκολα
Το gaslighting κουβαλάει μια τραγική ειρωνεία: εξ ορισμού, υπονομεύει την αξιοπιστία αυτού που το υφίσταται. Ο ίδιος ο μηχανισμός αδυνατίζει τον ίδιο τον μάρτυρα. Για να αποδείξει κάποιος ότι δέχεται gaslighting, πρέπει να πείσει ότι η αντίληψή του είναι αξιόπιστη, ενώ ακριβώς αυτή η αξιοπιστία ήταν αυτό που καταστράφηκε. Είναι σαν να ζητάς από κάποιον που του έκλεψαν τη φωνή να φωνάξει βοήθεια.
Άμα το παρακάνεις, στο τέλος προκύπτει μόνο ζημιά
Ο ψυχολόγος Nick Haslam, από το Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης, περιέγραψε το 2016 ένα φαινόμενο που ονόμασε «concept creep»: η σταδιακή διαστολή εννοιών που σχετίζονται με βλάβη, ώστε να καλύπτουν πολύ ευρύτερο φάσμα φαινομένων από αυτό που αρχικά περιέγραφαν. Οι λέξεις φουσκώνουν μέχρι που αδειάζουν. Αυτό ακριβώς συνέβη με το gaslighting. Κατά την Αμερικανή Ψυχολογική Εταιρεία, ο όρος αναφερόταν αρχικά σε χειραγώγηση τόσο ακραία ώστε να δικαιολογεί εγκλεισμό σε ψυχιατρικό ίδρυμα. Σήμερα χρησιμοποιείται για οποιαδήποτε διαφωνία στο τραπέζι της κουζίνας.
Πρώτη ζημιά: όποιος προλάβει να πει «gaslighting» κερδίζει αυτόματα. Ο άλλος γίνεται ο κακός, με τρόπο που μοιάζει επιστημονικός, χωρίς βάρος απόδειξης. Η συζήτηση κλείνει πριν αρχίσει, η πολυπλοκότητα εξαφανίζεται, και στο τέλος χάνουν και οι δύο.
Δεύτερη ζημιά, και η χειρότερη: τα πραγματικά θύματα gaslighting βλέπουν τον όρο να ξοδεύεται για ασήμαντα πράγματα και αρχίζουν να υποβαθμίζουν τη δική τους εμπειρία. Σκέφτονται ότι αφού τόσοι λένε «gaslighting» για μια παρεξήγηση, τότε ίσως αυτό που βίωσαν οι ίδιοι δεν ήταν τόσο σοβαρό. Το σκοτάδι τους μοιάζει κοινότοπο. Αυτό είναι ακριβώς το αντίθετο από αυτό που οι υπερασπιστές του όρου ήθελαν να πετύχουν.
Με δυο λόγια
Η κόπωση δεν είναι gaslighting. Η ελλιπής αυτογνωσία δεν είναι gaslighting. Η κακή επικοινωνία δεν είναι gaslighting. Η διαφωνία δεν είναι gaslighting. Η αδεξιότητα δεν είναι gaslighting. Ο όρος υπάρχει για κάτι πολύ συγκεκριμένο. Είναι πολύ σοβαρός. Αρκεί να τον κρατήσουμε εκεί που ανήκει, στο σκοτάδι που πραγματικά περιγράφει, και να μην τον σπαταλάμε σε φως που απλώς τρεμοπαίζει.
For the Prince
Άνοιξη, 2026
________________
Αν θέλεις να ψάξεις περισσότερο: Stern, R. (2007). The Gaslight Effect. Harmony Books. Sweet, P.L. (2019). The sociology of gaslighting. American Sociological Review, 84(5), 851-875. Haslam, N. (2016). Concept creep: Psychology’s expanding concepts of harm and pathology. Psychological Inquiry, 27(1), 1-17. Willis Klein, S., Wood, S. και Bartz, J.A. (2025). A theoretical framework for studying the phenomenon of gaslighting. Personality and Social Psychology Review.



